Άλλα

Συνεντεύξεις 13.02.2023 – 09:53

 Ενημερώθηκε στις: 13.02.2023 – 19:22

Δρ. Ασπασία Αλιγιζάκη στο ΠΕΝΤΑΠΟΣΤΑΓΜΑ: Ο Ερντογάν θα πάρει αποφάσεις στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής που ενδεχομένως επιφυλάσσει εκπλήξεις

Ευάγγελος Δ. Κόκκινος

115

Στον απόηχο των καταστροφικών σεισμών σε Τουρκία-Συρία, η διδάκτωρ Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς αναλύει την επόμενη μέρα για τα ελληνοτουρκικά- Αναλυτικά οι εκτιμήσεις για τον πόλεμο στην Ουκρανία και τους ανταγωνισμούς σε Μέση Ανατολή και Ινδο-Ειρηνικό

Συνέντευξη στον Ευάγγελο Δ. Κόκκινο

Subscribe to Youtube

Δρ Ασπασία Αλιγιζάκη_ Ο Ερντογάν θα πάρει αποφάσεις που ενδεχομένως επιφυλάσσουν εκπλήξεις

«Είναι δύσκολο, να προβλέψει κανείς εάν αυτή τη φορά θα είναι ο σεισμός αυτός αρκετός, ώστε ο Ερντογάν να ρίξει τους μέχρι σήμερα εχθρικούς τόνους», αναφέρει στην αποκλειστική συνέντευξη που παραχώρησε στο Πενταπόσταγμα, η Δρ. Ασπασία Αλιγιζάκη*, διδάκτωρ Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και αντιδήμαρχος Πειραιά.

Υπενθύμισε τη γέννηση της «σεισμικής ή αντισεισμικής διπλωματίας» ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία μετά τους σεισμούς του 1999, η οποία οδήγησε σε μια μακρόχρονη ύφεση της τεταμένης μέχρι τότε κατάστασης στις σχέσεις με τη γείτονα. 

«Ο Ερντογάν ενδεχομένως, ενόψει των δυσθεώρητων προβλημάτων και «μετώπων» που πλέον αντιμετωπίζει στο εσωτερικό, να αποφύγει άλλα μέτωπα στο εξωτερικό (τουλάχιστον για το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα)»τονίζει η κα. Αλιγιζάκη και προσθέτει, ωστόσο, πως «επειδή βρίσκεται σε προεκλογική περίοδο, δεν είναι απίθανο να λειτουργήσει και μικροπολιτικά».

«Όσο η Τουρκία αισθάνεται ισχυρή, θα επιθυμεί να επιβάλλει τη δύναμη της, για να εξυπηρετήσει το εθνικό της συμφέρον»

Αναλύοντας τις πολιτικές επιπτώσεις των σεισμών στην προεκλογική πορεία του Ερντογάν, η κα. Αλιγιζάκη επεσήμανε πως ο σεισμός του 1999 και η απογοήτευση του κόσμου για τη σχετική κυβερνητική πολιτική έφεραν και τον ίδιο τον Ερντογάν στην εξουσία.  Βεβαιώνει παράλληλα, ότι «ο Ερντογάν δεν θα πάρει τις αποφάσεις του εν θερμώ, αλλά στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής που ενδεχομένως να επιφυλάσσει και εκπλήξεις».

Επιπροσθέτως, αναφέρει πως «αυτό το έτος θα αποτελέσει κρίσιμο σημείο καμπής για την Τουρκία καθώς ο σεισμός θα αφήσει ανεξίτηλο αποτύπωμα στην οικονομία της Τουρκίας. Μια οικονομία χειμαζόμενη εδώ και καιρό». «Όντας σε προεκλογικό «πυρετό» [ο Ερντογάν], που μέχρι χθες προσπαθούσε να αντιμετωπίσει με εθνικιστικά πυροτεχνήματα δεν μοιάζει πολύ πιθανό να αλλάξει στάση και προφίλ εξωτερικής πολιτικής», συμπληρώνει η ίδια.

Αναφορικά με τον πόλεμο στην Ουκρανία, η κα. Αλιγιζάκη εκτιμά πως «το πιθανότερο είναι ότι ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία θα συνεχιστεί». Όπως αναφέρει, «η έκβαση του πολέμου είναι και στενά συνυφασμένη με τη μελλοντική θέση της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Πιο συγκεκριμένα, στην όποια έκβαση – με εξαίρεση τη λιγότερο πιθανή ολοκληρωτική ήττα και υποχώρηση της Ρωσίας – η σύμβαση που θα επισφραγίσει τον πόλεμο θα εμπεριέχει, πιθανότατα, ρήτρα μη προσχώρησης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ και, κατά δεύτερο λόγο, στην ΕΕ (κυρίως γιατί μέσα από την Ουκρανία διέρχονται ρωσικοί αγωγοί ενεργειακής τροφοδοσίας της Ευρώπης, τους οποίους η Ρωσία επιθυμεί να ελέγχει εξολοκλήρου)».

«Η ενδεχόμενη προσχώρηση της Ουκρανίας στους δυο αυτούς διεθνείς οργανισμούς υπήρξε και γενεσιουργό αίτιο της ρωσο-ουκρανικής ρήξης»

Με αφορμή και την πρόσφατη επιδρομή με drone στο Ισφαχάν του Ιράν που πιστώνεται στην ισραηλινή Μοσάντ, η κα. Αλιγιζάκη, εκτιμά πως «τα όποια ενδεχόμενα, μελλοντικά χτυπήματα του Ισραήλ στο Ιράν, αν συμβούν, θα εντάσσονται στο πλαίσιο της ανάσχεσης της γεωπολιτικής ενδυνάμωσης του ΙΡΑΝ και στην αποδυνάμωση της Ρωσίας και όχι στη πρόκληση μιας νέας περιφερειακής σύγκρουσης».

Παράλληλα, για τις ανανεωμένες εντάσεις ΗΠΑ-Κίνας μετά και την υπόθεση του κατασκοπευτικού μπαλονιού, η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Πειραιώς, ξεκαθαρίζει ότι «ήδη μαίνεται ένας ψυχρός πόλεμος ΗΠΑ- Κίνας». «Νομίζω ότι σε αυτή τη φάση θα πορευθούμε σε μια περίοδο, ενός παρατεταμένου νέου ψυχρού πολέμου ΗΠΑ-ΚΙΝΑΣ», προσθέτει.

Τέλος, αναλύοντας τα έως τώρα διδάγματα από τον πόλεμο στην Ουκρανία, αλλά και το ενδεχόμενο χρήσης Όπλων Μαζικής Καταστροφής (ΟΜΚ), η κα. Αλιγιζάκη λέει πως «το δίκαιο και το ηθικό ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ ίσων κρατών, αλλά μεταξύ ενός ισχυρού και ενός λιγότερο ισχυρού κράτους, το διεθνές δίκαιο υποτάσσεται στο δίκαιο της ισχύος».

«Η γνώση, όμως, της ολοκληρωτικής καταστροφής που επιφέρουν [τα ΟΜΚ] αποδυναμώνει, εν τέλει, το ίδιο το επιχείρημα της αποτροπής, καθώς όλοι κατανοούν ότι πολύ δύσκολα μια ηγεσία θα έπαιρνε την απόφαση χρήσης τους», καταλήγει.

Αναλυτικά η συνέντευξη:

 

– Πως εκτιμάτε ότι θα εξελιχθούν οι Ελληνοτουρκικές σχέσεις μετά και τους πρόσφατους σεισμούς; Πόσο χρόνο θα πάρει στην τουρκική ηγεσία να αρχίσει εκ νέου τις απειλές έναντι της Ελλάδας;

Είναι γεγονός ότι το 1999, τρία χρόνια μετά την κρίση των Ιμίων, οι δυο σεισμοί, στην Τουρκία και στη χώρα μας, γέννησαν τη λεγόμενη «σεισμική ή αντισεισμική διπλωματία», η οποία οδήγησε σε μια μακρόχρονη ύφεση της τεταμένης μέχρι τότε κατάστασης στις σχέσεις με τη γείτονα. Είναι δύσκολο, όμως, να προβλέψει κανείς εάν αυτή τη φορά θα είναι ο σεισμός αυτός αρκετός, ώστε ο Ερντογάν να ρίξει τους μέχρι σήμερα εχθρικούς τόνους.

Πράγματι, όπως έχει αποδειχθεί ιστορικά οι φυσικές καταστροφές, μπορούν να οδηγήσουν σε μια μακροπρόθεσμη συνεργασία. Οι φυσικές καταστροφές επηρεάζουν την ψυχολογία των ανθρώπων. Ακόμη και ορκισμένοι εχθροί συνειδητοποιούν τα όρια της δύναμής τους και μπορούν να επιλέξουν να επιλύσουν τις διαφορές μέσω διαλόγου. Υπάρχουν πολλά ιστορικά προηγούμενα.

Εντούτοις, επειδή κάθε περίπτωση καταστροφής είναι διαφορετική πρέπει να επισημάνουμε ότι οι καταστροφές μπορούν να οδηγήσουν σε έναν μακροπρόθεσμο διάλογο μεταξύ των κρατών που βρίσκονταν σε ρήξη. Ιστορικά όμως έχει αποδειχθεί ότι αυτό συμβαίνει όταν  ένα μέρος που παρέχει βοήθεια σε περίπτωση καταστροφής σε άλλο μέρος ακολουθείται από παρόμοια αμοιβαία χειρονομία, όταν  υπάρχει αμοιβαία συναίσθηση  ότι οι γείτονες πρέπει να βοηθούν ο ένας τον άλλον σε περιόδους καταστροφής και κυρίως όταν  υπάρχει ένα ευνοϊκό ευρύτερο πλαίσιο, μια διαδικασία προσέγγισης που ακολουθεί τη φυσική καταστροφή και ευνοεί τη διατήρηση της μακροπρόθεσμης συνεργασίας. Δεν είμαι καθόλου σίγουρη ότι σε αυτή τη συγκυρία παρατηρούνται οι παραπάνω περιστάσεις.

Έτσι το 2020 ο σεισμός 7,0 Ρίχτερ που έπληξε τις ακτές της Τουρκίας, αν και σκότωσε αρκετούς ανθρώπους, δεν συνέβαλε στη θέρμανση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Ο ανταγωνισμός για τους ενεργειακούς πόρους στην Ανατολική Μεσόγειο (που μέχρι σήμερα, λόγω και της ενεργειακής κρίσης,  είναι υψίστης οικονομικής και γεωπολιτικής αξίας) ώθησε τότε τη γείτονα να επιμένει επιθετικά στους στόχους της, χωρίς καμία διάθεση προσέγγισης. Μόλις λίγες μέρες μετά τη θερμή τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ της Τουρκικής και Ελληνικής ηγεσίας, η Τουρκία εξέδωσε νέα ναυτική προειδοποίηση παρατείνοντας την αποστολή του Oruc Reis.

Βέβαια αυτός ο σεισμός είναι διαφορετικός. Η καταστροφή που έχει επιφέρει στη γείτονα δε συγκρίνεται με κανέναν από τους πρόσφατους σεισμούς που αυτή έχει υποστεί. Συνεπώς, ο Ερντογάν ενδεχομένως, ενόψει των δυσθεώρητων προβλημάτων και «μετώπων» που πλέον αντιμετωπίζει στο εσωτερικό, να αποφύγει άλλα μέτωπα στο εξωτερικό (τουλάχιστον για το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα).

Εντούτοις, επειδή βρίσκεται σε προεκλογική περίοδο, δεν είναι απίθανο να λειτουργήσει και μικροπολιτικά. Και όχι προς το πραγματικό όφελος της χώρας του. Ούτως ή άλλως, ο εθνικισμός και ο αποπροσανατολισμός της τουρκικής γνώμης από τα εσωτερικά ζητήματα προς την εξωτερική πολιτική, υπήρξε μέχρι σήμερα ένα επιτυχημένο δημαγωγικό τέχνασμα του. Επισημαίνεται δε ότι όσο η εκλογική νίκη θα  φαίνεται απίθανη και η ήττα ανυπόφορη,  μια στρατιωτική ρήξη, ενδεχομένως, να χρησιμοποιηθεί ιδιοτελώς από τον Ερντογάν σαν όχημα «απόδρασης» από μια πιθανή  μετεκλογική καταστροφή.  

Επίσης, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι τα κράτη (όχι οι λαοί!) δεν σκέφτονται ανθρώπινα, ούτε έχουν συναισθήματα. Είναι ορθολογικοί- έως και κυνικοί δρώντες- που στο διεθνές σύστημα λειτουργούν με βάση το εθνικό συμφέρον. Μεταξύ των κρατών κυριαρχεί δε το δίκαιο της ισχύος και όχι η ηθική. Όσο η Τουρκία, λοιπόν, αισθάνεται ισχυρή, θα επιθυμεί να επιβάλλει τη δύναμη της, για να εξυπηρετήσει το εθνικό της συμφέρον.

– Είναι ανοικτό το ενδεχόμενο ο Ερντογάν να αναβάλλει τις εκλογές; Τι εκτιμάτε ως πιθανό αποτέλεσμα εφόσον τις διεξάγει στις 14 Μαΐου ή μεταγενέστερα;

Οι σεισμοί έχουν, πράγματι, επηρεάσει τις πολιτικές εξελίξεις στην Τουρκία στο παρελθόν. Ο σεισμός του 1999 για παράδειγμα και η απογοήτευση του κόσμου για τη σχετική κυβερνητική πολιτική έφεραν και τον ίδιο τον Ερντογάν στην εξουσία.

Δεν μπορεί κανείς να πει με βεβαιότητα ότι αυτή η καταστροφή θα του στερήσει την εκλογή αλλά είναι εύλογο ο κόσμος να επιρρίπτει ευθύνες για τη δυστυχία του στους όποιους φορείς της εξουσίας, ιδίως όταν η ανακούφιση του είναι δυσχερής και θέλει αρκετό χρόνο, αλλά οι εκλογές πλησιάζουν.

Είναι γεγονός δε ότι οι περισσότερες από τις σεισμόπληκτες επαρχίες στο νότο της Τουρκίας είναι συντηρητικές και αποτελούν προπύργια του κόμματος του Ερντογάν. Αυτό το προπύργιο πλέον έχει όμως καταρρεύσει. Σημειωτέον, οι δέκα επαρχίες που επλήγησαν περισσότερο από τον σεισμό αντιπροσωπεύουν περίπου το 15% του πληθυσμού της Τουρκίας και ένα ανάλογο ποσοστό του συνόλου των εδρών του κοινοβουλίου, γεγονός που από μόνο του δείχνει το πιθανό «αποτύπωμα» του σεισμού στο εκλογικό αποτέλεσμα.

Ο Τούρκος Πρόεδρος είναι πολύ δύσκολο να μπορέσει να λύσει ουσιαστικά το πρόβλημα μέσα στο επόμενο χρονικό διάστημα, ιδίως μέχρι τον Μάιο. Από την άλλη, είναι και, εν τοις πράγμασιν, περίπλοκο έως αδύνατο μέχρι το Μάιο να οργανώσει εκλογές σε αυτές τις «λεηλατημένες» από το σεισμό επαρχίες.

Ο Ερντογάν, από την άλλη, δεν δείχνει έτοιμος να αποσυρθεί εκούσια ή ακούσια από την πολιτική ζωή της Τουρκίας. Είναι λοιπόν δεδομένο ότι δεν θα πάρει τις αποφάσεις του εν θερμώ, αλλά στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής που ενδεχομένως να επιφυλάσσει και εκπλήξεις.

– Ποια είναι η επόμενη ημέρα για την Τουρκία από οικονομικής απόψεως και ποιο σκηνικό προοιωνίζεται για το καλοκαίρι; Πώς διαμορφώνονται οι σχέσεις με ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ στον απόηχο των σεισμών;

Αυτό το έτος θα αποτελέσει κρίσιμο σημείο καμπής για την Τουρκία καθώς ο σεισμός θα αφήσει ανεξίτηλο αποτύπωμα στην οικονομία της Τουρκίας. Μια οικονομία χειμαζόμενη εδώ και καιρό. Η οικονομική παρακμή της Τουρκίας έχει ήδη τροφοδοτηθεί από έναν συνδυασμό υψηλών παγκόσμιων τιμών ενέργειας, της πανδημίας Covid-19 και του πολέμου στην Ουκρανία και, κυρίως, από τις οικονομικές πολιτικές του Ερντογάν που έχουν καταπνίξει τα επιτόκια παρά τον εκτοξευόμενο πληθωρισμό, οδηγώντας την τουρκική λίρα σε χαμηλό ρεκόρ έναντι του δολαρίου. Τα αποθέματα συναλλάγματος της Τουρκίας μειώθηκαν απότομα τα τελευταία χρόνια και το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της Άγκυρας έχει αυξηθεί.

Ο Ερντογάν ζήτησε τις εκλογές στις αρχές Μαΐου εν μέσω εθνικής οικονομικής ύφεσης υιοθετώντας αμφιλεγόμενες πολιτικές σταθεροποίησης του νομίσματος μέχρι τις εκλογές, πιστεύοντας ότι ενδεχομένως με τις προεκλογικές υποσχέσεις θα εξασφαλίσει άλλη μια θητεία στην εξουσία προτού η τουρκική οικονομία δείξει τις πραγματικές αντοχές της.

Εντούτοις, οι δημοσιονομικές προεκλογικές υποσχέσεις του Ερντογάν, όπως η αύξηση των μισθών και η μείωση της ηλικίας συνταξιοδότησης είναι απίθανο να μπορέσουν πλέον να εφαρμοστούν, καθώς θα πρέπει να κατευθυνθούν περισσότεροι δημόσιοι πόροι για την ανοικοδόμηση ολόκληρων πόλεων και κωμοπόλεων.

Σε διεθνές επίπεδο, το μέλλον της Τουρκίας θα επηρεάσει, αναμφίβολα, τον πόλεμο στην Ουκρανία, δεδομένου του ρόλου του Ερντογάν ως μεσολαβητή μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας. Η Τουρκία, εξάλλου, αν και μέλος του ΝΑΤΟ μέχρι σήμερα έδειχνε τη διάθεση να κινείται από θέση ισχύος, υιοθετώντας επιθετικό και αντιδραστικό ύφος στην ένταξη της Σουηδίας και της Φινλανδίας στην ισχυρή αμυντική συμμαχία. Είναι όμως πλέον αμφίβολο, αν μετά το σεισμό θα έχει την ίδια ισχύ (τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον).

Πάντως, ο σεισμός ενδεχομένως να προσφέρει στον Ερντογάν την ευκαιρία να ξανασκεφτεί τις σχέσεις της Τουρκίας με τους Κούρδους στην Τουρκία και τη Συρία. Μια νέα ειρηνευτική πρωτοβουλία θα τον βοηθούσε να μεταβάλει και τη διεθνή εικόνα του που τον τελευταίο χρονικό διάστημα έχει «τσαλακωθεί» αρκετά σε επίπεδο ΝΑΤΟ και ΕΕ, λόγω του αναθεωρητισμού και των αμφιλεγόμενων χειρισμών του σε ζητήματα δημοκρατίας και δικαιωμάτων.

Από την άλλη, όντας σε προεκλογικό «πυρετό», που μέχρι χθες προσπαθούσε να αντιμετωπίσει με εθνικιστικά πυροτεχνήματα δεν μοιάζει πολύ πιθανό να αλλάξει στάση και προφίλ εξωτερικής πολιτικής. Πώς θα μπορούσε να πείσει το τουρκικό κοινό του μετά από μια τέτοια μεταστροφή; Εκτός και αν η κυβέρνηση Μπάιντεν διαμεσολαβούσε αποφασιστικά στον τερματισμό του πολέμου της Τουρκίας κατά των Κούρδων.

Εν γένει, οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν ασκώντας τη διπλωματική και οικονομική τους δύναμη να συμβάλουν στην οικοδόμηση της ειρήνης στην περιοχή, στον απόηχο αυτής της φυσικής καταστροφής. Και αυτό θα ήταν μια ευνοϊκή συγκυρία και για το ΝΑΤΟ, που θα μπορούσε, πλέον, να «αγκαλιάσει» το μέχρι πρότινος άτακτο μέλος του, καθώς δεν επιθυμεί, με κανένα τρόπο να το δει, σε αυτή τη φάση που μαίνεται ο πόλεμος Ουκρανίας-Ρωσίας, στην αγκαλιά της τελευταίας. Πρωτίστως όμως πρέπει η γείτονα να δείξει πραγματική διάθεση συμβιβασμού και προσέγγισης.

– Βλέπετε τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία το 2023 και αν ναι με ποιόν νικητή; Ποιο θα είναι το μέλλον της χώρας, ιδιαίτερα όσον αφορά το σενάριο ένταξης στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση;

 

Όπως έχει εύστοχα επισημανθεί από τον Θουκυδίδη στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, ο πόλεμος όσο γίνεται μακρύτερος, τόσο η έκβασή του καταντάει να εξαρτάται από τυχαία περιστατικά. Το πιθανότερο είναι ότι ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία θα συνεχιστεί. Θα μπορούσε, ενδεχομένως, να τελειώσει σύντομα από αναπάντεχα περιστατικά, όπως μια αλλαγή καθεστώτος στο Κρεμλίνο ή την ξαφνική κατάρρευση του ρωσικού στρατού.

Πρέπει δε να επισημανθεί ότι από την αρχή του πολέμου μέχρι σήμερα έχουν επέλθει πολλές διεθνείς μεταβολές και κυρίως έχει αλλάξει η στάση της Δύσης. Η Δύση έχει περάσει πολλές κόκκινες γραμμές της κυρίως όσον αφορά στη φανερή και παρασκηνιακή βοήθεια προς την Ουκρανία. Όπως φαίνεται, πάντως, η Δύση θα συνεχίσει να διασφαλίζει ότι οι ουκρανικές δυνάμεις θα διατηρήσουν την πρόσβαση σε όπλα και σε πληροφορίες δυτικών μυστικών υπηρεσιών. Από την άλλη πλευρά, η ρωσική ρητορική καθώς και ο τρόπος με τον οποίο ενισχύει τις θέσεις της στα κατεχόμενα δείχνουν ότι δεν έχει παρεκκλίνει από τον διακηρυγμένο στόχο της, να υποτάξει την Ουκρανία με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Το σκηνικό μπορεί να διαμορφωθεί σε έναν μακρόσυρτο, φθοροποιό πόλεμο. Αλλά οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής δεν πρέπει να παραβλέψουν απρόοπτα που μπορεί να φαίνονται απίθανα, αλλά θα μπορούσαν να τερματίσουν τον πόλεμο νωρίτερα.

Πάντως σε έναν πόλεμο τόσο βάναυσο και τόσο παρατεταμένο δεν υπάρχουν νικητές. Το κόστος είναι αφόρητα υψηλό και για τις δύο πλευρές και τα τραύματα, αν και δύσκολα συγκρίσιμα, θα έχουν διαρκή αντίκτυπο.

Ακόμη δε και αν νικήσει η Ρωσία, στην πραγματικότητα το κόστος της θα είναι μεγάλο και η ζημία για αυτήν μακροπρόθεσμη. Κυρίως γιατί βάζοντας το μαχαίρι στο λαιμό της Ευρώπης με τον ενεργειακό εκβιασμό, επίσπευσε όλες τις προσπάθειες της τελευταίας να απεξαρτηθεί από τη ρωσική ενέργεια. Και αυτό θα έχει και μετά τη λήξη του πολέμου τον αντίκτυπο του στην ήδη καταπονημένη από τις κυρώσεις οικονομία της, καθώς η μέχρι σήμερα δεσπόζουσα θέση της στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας της εξασφάλιζε και οικονομική και γεωπολιτική ισχύ.

Από την άλλη, οι ΗΠΑ φαίνεται να κερδίζουν από αυτόν τον πόλεμο. Και δεν κερδίζουν μόνο από τον σταδιακό περιορισμό της ενεργειακής εξάρτησης της Ευρώπης (τον οποίο πάντα επιθυμούσαν διακαώς, καθώς το Κρεμλίνο χρησιμοποιούσε το ενεργειακό «μονοπώλιο» στην Ευρώπη σαν γεωπολιτικό όπλο) αλλά κυρίως από τη μακροχρόνια φθορά ενός ισχυρού αντιπάλου. Η μελλοντική στάση των ΗΠΑ και, πιο συγκεκριμένα ο βαθμός της εμπλοκής τους στον πόλεμο, είναι αναμφίβολα η συνιστώσα που θα κρίνει και την έκβαση του.

Η δε έκβαση του πολέμου είναι και στενά συνυφασμένη με τη μελλοντική θέση της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Πιο συγκεκριμένα, στην όποια έκβαση – με εξαίρεση τη λιγότερο πιθανή ολοκληρωτική ήττα και υποχώρηση της Ρωσίας – η σύμβαση που θα επισφραγίσει τον πόλεμο θα εμπεριέχει, πιθανότατα, ρήτρα μη προσχώρησης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ και, κατά δεύτερο λόγο, στην ΕΕ (κυρίως γιατί μέσα από την Ουκρανία διέρχονται ρωσικοί αγωγοί ενεργειακής τροφοδοσίας της Ευρώπης, τους οποίους η Ρωσία επιθυμεί να ελέγχει εξολοκλήρου). Άλλωστε, η ενδεχόμενη προσχώρηση της Ουκρανίας στους δυο αυτούς διεθνείς οργανισμούς υπήρξε και γενεσιουργό αίτιο της ρωσο-ουκρανικής ρήξης.

– Με τη ρητορική να κλιμακώνεται, αλλά και επί του πεδίου να γίνονται δράσεις, όπως η επιδρομή με drone στο Ισφαχάν που πιστώνεται στη Μοσάντ, θεωρείτε πιθανό ένα Ισραηλινό χτύπημα στο Ιράν;

Μπορεί το Ισραήλ να αρνείται να στείλει οπλισμό στην Ουκρανία –επικαλούμενο τις δικές του αμυντικές ανάγκες στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής–, ωστόσο φαίνεται ότι βοηθάει το Κίεβο στο παρασκήνιο. Προσπαθώντας να διατηρήσει ίσες αποστάσεις μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας και να μην εξοργίσει το Κρεμλίνο, το Ισραήλ είναι, εν τέλει, πιο ενεργό απ’ ό,τι φαίνεται. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και ο βομβαρδισμός εργοστασίου κατασκευής drones στο ΙΡΑΝ.

Και φυσικά το Ιράν είναι διαρκώς στο στόχαστρο του Ισραήλ, γεγονός που αναμφίβολα σχετίζεται και με την επιθυμία των ΗΠΑ να περιορίσει τις στρατιωτικές φιλοδοξίες της Τεχεράνης αλλά και τη συνεργασία της τελευταίας με τη Μόσχα, εντούτοις το χτύπημα που, όπως όλα δείχνουν, ενορχηστρώθηκε από τις ισραηλινές δυνάμεις βοηθάει την Ουκρανία καθώς στερεί από τις ρωσικές δυνάμεις ένα από τα βασικά της όπλα, τα Shahed-136. Και δεν είναι η πρώτη φορά που το Ισραήλ πλήττει επανειλημμένως στρατιωτικές εγκαταστάσεις της Τεχεράνης, που κατασκευάζουν κυρίως πυραύλους και drones.

Η πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ για τη Μέση Ανατολή κυριαρχήθηκε από την υποστήριξη προς το Ισραήλ και τη Σαουδική Αραβία και από προσπάθειες υπονόμευσης του Ιράν, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι οι ΗΠΑ θα ήθελαν πραγματικά μια ανάφλεξη στην περιοχή. Τους ήταν όμως πολύ σημαντική η δημιουργία στρατηγικής εταιρικής σχέσης του Ισραήλ με τα αραβικά κράτη του Κόλπου για την ανάσχεση του Ιράν (που επισημοποιήθηκε με τη δημιουργία διπλωματικών σχέσεων με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Μπαχρέιν) και η δυνατότητα να ακολουθήσουν περισσότερες συμφωνίες ομαλοποίησης της ρευστότητας στην περιοχή. Η κυβέρνηση Μπάιντεν υπόσχεται να είναι πιο ήπια στην προσέγγισή της στο θέμα, αλλά το αν μια αλλαγή στην πολιτική των ΗΠΑ θα έχει ουσιαστικό αντίκτυπο, μένει να φανεί.

Κατ’ επέκταση, τα όποια ενδεχόμενα, μελλοντικά χτυπήματα του Ισραήλ στο Ιράν, αν συμβούν, θα εντάσσονται στο πλαίσιο της ανάσχεσης της γεωπολιτικής ενδυνάμωσης του ΙΡΑΝ και στην αποδυνάμωση της Ρωσίας και όχι στη πρόκληση μιας νέας περιφερειακής σύγκρουσης.

Οι αλλαγές στην κατανομή ισχύος σε μια περιοχή είναι εκείνες που προκαλούν επικίνδυνες δονήσεις και στρατιωτικές ρήξεις. Οι ΗΠΑ, λοιπόν, προκειμένου να διασφαλίσουν την ηγεμονία τους – τουλάχιστον όσο μαίνεται στην Ευρώπη η σύγκρουση Ρωσίας Ουκρανίας – θα επιχειρήσουν να αποτρέψουν οποιαδήποτε αλλαγή στην ισορροπία δυνάμεων σε άλλες, νευραλγικές για την ασφάλεια τους περιοχές, όπως είναι και η συγκεκριμένη περιοχή.

– Η υπόθεση του κινεζικού κατασκοπευτικού μπαλονιού που οδήγησε και στην ακύρωση της επίσκεψης του Αμερικανού ΥΠΕΞ στο Πεκίνο έχει προκαλέσει πολλά ερωτηματικά για την πορεία των σχέσεων με την Κίνα. Υπό το πρίσμα και των δηλώσεων Αμερικανού πτέραρχου για πόλεμο ΗΠΑ-Κίνας τα επόμενα δύο χρόνια, θεωρείτε πιθανό ένα τέτοιο ενδεχόμενο;

Η συγκεκριμένη υπόθεση αποδεικνύει, δίχως άλλο, ότι ήδη μαίνεται ένας ψυχρός πόλεμος ΗΠΑ- Κίνας. Στο παρελθόν, η Κίνα αν και «γίγαντας» υιοθετούσε στο διεθνές, γεωπολιτικό σκηνικό ένα προφίλ «νάνου», προφανώς για να μην προκαλέσει γεωπολιτική ανησυχία στην υπερδύναμη που ενδεχομένως να της στοίχιζε σε πολλά επίπεδα.

Πλέον, βέβαια, εδώ και αρκετά χρόνια, το οικονομικό και γεωπολιτικό της εκτόπισμα δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο αλλά και μετά από τον πόλεμο Ρωσίας- Ουκρανίας το διεθνές σκηνικό έχει αλλάξει. Υπάρχουν οι λόγοι που θα μπορούσαν να προκαλέσουν μια εμπόλεμη ρήξη ΗΠΑ- ΚΙΝΑΣ και τον πιο βασικό τον περιέγραψα σε προηγούμενη ερώτηση σας: Πόλεμος πάντα συμβαίνει όταν αλλάζει η κατανομή ισχύος σε μια περιοχή και κυρίως όταν ένα κράτος ενδυναμώνεται τόσο πολύ που προκαλεί ανασφάλεια σε εκείνο ή σε εκείνα τα κράτη που μέχρι πρότινος ήταν τα ισχυρά ή εξίσου ισχυρά. Αυτό το περιέγραψε πρώτος ο Θουκυδίδης με το Πελοποννησιακό πόλεμο, αφήνοντας έτσι παγκόσμια παρακαταθήκη στην ανθρωπότητα: Η ενδυνάμωση της Αθήνας προκάλεσε ανασφάλεια στη Σπάρτη που κινήθηκε εν τέλει εναντίον της. Στο ίδιο πλαίσιο η ενδυνάμωση της Κίνας δημιουργεί ανασφάλεια στις ηγεμονικές ΗΠΑ.

Παρόλα αυτά η ιστορία έχει αποδείξει ότι ο ψυχρός πόλεμος – αν και χαρακτηρίζεται από μια διαρκή «απειλή» πολέμου – μπορεί να σηματοδοτεί και μια περίοδο μακράς σταθερότητας, στο πλαίσιο της οποίας ο θερμός πόλεμος συνεχώς θα αποφεύγεται μέσα από τη διπλωματική συνεννόηση αλλά και τη διαρκή αλληλο-αποτροπή. Νομίζω ότι σε αυτή τη φάση θα πορευθούμε σε μια τέτοια περίοδο, ενός παρατεταμένου νέου ψυχρού πολέμου ΗΠΑ-ΚΙΝΑΣ.

– Ποια τα διδάγματα από τον πόλεμο στην Ουκρανία σε διπλωματικό-στρατιωτικό επίπεδο, τόσο για την Ελλάδα όσο και σε διεθνές επίπεδο; Πόσο πιθανή είναι μια γενικευμένη κλιμάκωση με χρήση Όπλων Μαζικής Καταστροφής;

 

Είναι γεγονός ότι και αυτός ο πόλεμος μας δίδαξε ό, τι και όλοι οι προηγούμενοι. Κατά αρχάς, για άλλη μια φορά αποδεικνύεται ότι οι διακρατικές σχέσεις ρυθμίζονται κυρίως από το δίκαιο της ισχύος και λιγότερο από το διεθνές δίκαιο. Το δίκαιο και το ηθικό ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ ίσων κρατών, αλλά μεταξύ ενός ισχυρού και ενός λιγότερο ισχυρού κράτους, το διεθνές δίκαιο υποτάσσεται στο δίκαιο της ισχύος.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και πρέπει να αναλύεται η επίθεση της ισχυρής Ρωσίας στην Ουκρανία και η επιβολή διεθνών κυρώσεων στο Κρεμλίνο, που όμως – παρά τις επιταγές του διεθνούς δικαίου- δεν υιοθετήθηκαν από όλα τα κράτη.

Πρέπει λοιπόν να έχουμε κατά νου – και εμείς οι Έλληνες που έχουμε έναν μόνιμο δυνάμει αντίπαλο ante portas, ότι πρέπει να ενισχύουμε με κάθε τρόπο την αποτρεπτική μας δύναμη, με τη συνεχή αύξηση αφενός της στρατιωτικής μας ισχύος και αφετέρου των συμμαχιών μας. Όποιος εξαρτά την εθνική του ασφάλεια και την εξυπηρέτηση του εθνικού του συμφέροντος αποκλειστικά από το διεθνές δίκαιο δεν το εξυπηρετεί σωστά. Και κυρίως δεν αποτρέπει αποφασιστικά τον αντίπαλο.

Μια μορφή αποτροπής είναι και η αποτροπή μέσω της χρήσης όπλων μαζικής καταστροφής και ειδικότερα πυρηνικών όπλων. Για αυτό και η απειλή και μόνο απόκτησης τους δημιουργεί φόβο στα άλλα κράτη που συχνά συνασπίζονται, για να την αποτρέψουν. Η γνώση, όμως, της ολοκληρωτικής καταστροφής που επιφέρουν αποδυναμώνει, εν τέλει, το ίδιο το επιχείρημα της αποτροπής, καθώς όλοι κατανοούν ότι πολύ δύσκολα μια ηγεσία θα έπαιρνε την απόφαση χρήσης τους. Εξάλλου, επειδή η χρήση πυρηνικών όπλων, εν προκειμένω, από τη Ρωσία σε βάρος της Ουκρανίας λόγω άμεσης γειτνίασης των δύο χωρών, θα είχε καταστροφικό αποτύπωμα, δίχως άλλο, και στο ρωσικό λαό η εσκεμμένη χρήση πυρηνικών (και όχι το ατύχημα) μοιάζει μάλλον απίθανη.

*Η Ασπασία (Σίσσυ) Αλιγιζάκη είναι απόφοιτος της Φιλολογίας και της Νομικής Αθηνών, κάτοχος δύο μεταπτυχιακών τίτλων, διδάκτωρ Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών και μεταδιδακτορική ερευνήτρια σε θέματα διεθνών σχέσεων και ενεργειακών δικτύων. Είναι δικηγόρος Πειραιώς και ακαδημαϊκός. Διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και είναι εγκεκριμένη καθηγήτρια του Τμήματος Νομικής του Γαλλικού  Πανεπιστημίου της Σορβόννης, Sorbonne Paris Nord. Έχει εκπαιδευτική εμπειρία καθώς και πλούσιο ερευνητικό και συγγραφικό έργο στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο και στις Διεθνείς Σχέσεις. Διατελεί Αντιδήμαρχος Πειραιά στους τομείς της Παιδείας και της Δια Βίου Μάθησης.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *