Άλλα

  • Άλλα

    Σίσσυ Αλιγιζάκη, υποψήφια δημοτική σύμβουλος Πειραιά: Στοχεύουμε στο να γίνει ο Πειραιάς μας πιο εξωστρεφής

    Η δρ Ασπασία (Σίσσυ) Αλιγιζάκη, υποψήφια δημοτική σύμβουλος Πειραιά, με τον συνδυασμό «Πειραιάς Νικητής – Γιάννης Μώραλης», είναι απόφοιτος της Ελληνικής Φιλολογίας και της Νομικής Αθηνών, κάτοχος δύο μεταπτυχιακών τίτλων από το ΕΚΠΑ και το Πανεπιστήμιο Πειραιά, διδάκτωρ Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών και ερευνήτρια σε θέματα διεθνών σχέσεων και ενεργειακών δικτύων.

    Διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών και είναι εγκεκριμένη καθηγήτρια του γαλλικού πανεπιστημίου Sorbonne Paris Nord (τμήμα Νομικής). Έχει εκπαιδευτική εμπειρία καθώς και πλούσιο ερευνητικό και συγγραφικό έργο στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο, στις Διεθνείς Σχέσεις και στην Ενέργεια (από γεωπολιτικής και θεσμικής απόψεως). Τα συγγράμματά της έχουν αποτελέσει αντικείμενο της ύλης ΑΕΙ στο γνωστικό αντικείμενο της Ενέργειας. Είναι δικηγόρος Πειραιά.

    Έχει πολυετή εμπειρία στην τοπική αυτοδιοίκηση, καθώς είχε εκλεγεί δημοτική σύμβουλος στο Δήμο Πειραιά σε νεαρή ηλικία ήδη από το 2002 και το 2006 και έχει διατελέσει για αρκετό χρονικό διάστημα Αντιδήμαρχος Πειραιά στους τομείς του Πολιτισμού και της Παιδείας. Σήμερα, κατόπιν εκλογής της, για άλλη μια φορά στο Δήμο Πειραιά, διετέλεσε αντιδήμαρχος Πειραιά στους τομείς της Παιδείας και της Διά Βίου Μάθησης. Μιλάει αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά.

    Ακολουθεί η συνέντευξη που παραχώρησε Ασπασία (Σίσσυ) Αλιγιζάκη στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και στον Πάνο Οπλοποιό.

    Ερ.: Ο Πειραιάς, μια απο τις πιο πολυπληθείς πόλεις της Ελλάδας αλλά και το μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας μας, χαρακτηρίζεται ως μία πολύ μεγάλη πρόκληση για την τοπική αυτοδιοίκηση. Η πρόκληση που κληθήκατε εσείς να φέρετε εις πέρας την προηγούμενη θητεία σας, αφορά την Παιδεία αφού ως αντιδήμαρχος αυτος ο ρόλος σας ανατέθηκε. Πως βιώσατε την πρόκληση αυτή και ποια τα αποτελέσματα της;

    Απ.: Ο Πειραιάς είναι ο τόπος μου, η πόλη όπου μεγάλωσα, σπούδασα, ξεκίνησα την επαγγελματική μου δραστηριότητα, υπήρξα για πολλά χρόνια εκλεγμένη δημοτική σύμβουλος και συνεχίζω να ζω μαζί με την οικογένεια μου. Σπούδασα στην Ελληνική φιλολογία Αθηνών και στη Νομική Αθηνών. Στη συνέχεια έκανα μεταπτυχιακές σπουδές στην Εφαρμοσμένη Γλωσσολογία του ΕΚΠΑ και στις Διεθνείς και Ευρωπαϊκές Σπουδές του Πανεπιστημίου Πειραιώς, από όπου έλαβα και το διδακτορικό μου τίτλο σε ζητήματα Ευρωπαϊκού Δικαίου. Σήμερα είμαι Δικηγόρος Πειραιά και μέλος του διδακτικού προσωπικού του Πανεπιστημίου Πειραιώς στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών.

    Πάντα θεωρούσα απαραίτητη την ενεργό συμμετοχή στα κοινά της πόλης μου, γιατί πιστεύω ότι η προσφορά στον τόπο μας είναι πολύ σημαντική και για εμάς τους ίδιους και για τα παιδιά μας και τις επόμενες γενιές που θα κληρονομήσουν ό,τι εμείς δημιουργήσαμε για αυτές. Είμαι λοιπόν χαρούμενη που επί της θητείας μου ως Αντιδημάρχου Παιδείας επιτεύχθηκαν σημαντικές παρεμβάσεις στον χώρο της Παιδείας της πόλης μας όπως:

    ✓ Ολική ανακατασκευή όλων των σχολικών κλειστών γυμναστηρίων

    ✓ Συντήρηση και βελτίωση των σχολικών κτιρίων και σχ. υποδομών για ΑμεΑ

    ✓ Δρομολόγηση της οικοδόμησης του 7ου Γυμνασίου Πειραιά και της Επέκτασης Μουσικού Σχολείου (με προοπτική ολοκλήρωσης μέσα στην επόμενη διετία)

    ✓ Δημιουργία παιδικών χαρών μέσα σε πολλά νηπιαγωγεία

    ✓ Δημιουργία και λειτουργία τριών Κέντρων Δημιουργικής Απασχόλησης

    ✓ Σεμινάρια οδικής ασφάλειας και κυκλοφοριακής αγωγής στα Λύκεια και τα ΕΠΑΛ της πόλης μας

    ✓ Υλοποίηση βιβλιοπαρουσιάσεων και άλλων πολιτιστικών εκδηλώσεων με τη συμμετοχή μαθητών των σχολείων της πόλης μας.

    ✓ Ενίσχυση των σχολείων μας με υπολογιστές, τάμπλετ, διαδραστικούς πίνακες, σετ ρομποτικής (και διοργάνωση σχετικών σεμιναρίων)

    ✓ Βραβεύσεις όλων των μαθητών των σχολείων της πόλης μας για την εισαγωγή τους στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα

    ✓ Ετήσια σεμινάρια Διά Βίου μάθησης, σε συνεργασία με το Ι.ΝΕ.ΔΙ.ΒΙ.Μ πολυποίκιλης θεματολογίας για τους δημότες της πόλης μας και κοντινών Δήμων

    ✓ Χορήγηση υποτροφιών σε εκπαιδευόμενους του Κέντρου Διά Βίου Μάθησης, σε συνεργασία με ΙΕΚ της πόλης μας

    ✓ Διοργάνωση ενημερωτικών εκδηλώσεων για τον διαδικτυακό εκφοβισμό και όλους τους κινδύνους του διαδικτύου κτλ

    Μαζί με τους πολίτες του Πειραιά καταφέραμε πολλά και μαζί μπορούμε ακόμη περισσότερα για την πόλη μας, για τα παιδιά μας.

    Ερ.: Ποια είναι κατα την άποψη σας τα σημαντικά θέματα που καλείται να λύσει η νέα αιρετή διοίκηση του Δήμου Πειραιά και με ποιον τρόπο πιστεύετε ότι θα πρέπει να τα φέρει εις πέρας;

    Απ.: Στοχεύουμε στο να γίνει ο Πειραιάς μας πιο εξωστρεφής, όπως οφείλει να είναι η πόλη με το μεγάλο λιμάνι της χώρας, η μεγαλύτερη πύλη διακίνησης επιβατών, εμπορευμάτων, ιδεών και πολιτισμών, πετύχαμε να δώσουμε στην πόλη μας τη θέση που της αξίζει, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς.

    Αξιοποιήσαμε τον Πύργο του Πειραιά. Πλέον μετατρέπεται σε ένα στολίδι για την πόλη, με λάμψη και διεθνή αντίκτυπο.

    Η ανάπλαση του Μικρολίμανου, μια εμβληματική παρέμβαση, σε ένα από τα γνωστότερα σημεία της Αττικής, έγινε πραγματικότητα.

    Τα τελευταία χρόνια έγιναν σημαντικά βήματα στον τομέα της Καθαριότητας και της Ανακύκλωσης. Ο Πειραιάς είναι πλέον μια καθαρή πόλη, ίσως η πιο καθαρή μεγάλη πόλη της Ελλάδας.

    Εκσυγχρονίσαμε από το 2020 τον δημοτικό φωτισμό σε όλη την πόλη, πετυχαίνοντας εξοικονόμηση ενέργειας κατά 75%. Η πόλη μας είναι πλέον φωτεινή και ασφαλής τη νύχτα, στο κέντρο και στις γειτονιές της.

    Προσπαθήσαμε να έχουμε τα σχολεία μας στην καλύτερη δυνατή κατάσταση και δουλέψαμε σε συνεργασία με την κεντρική διοίκηση προκειμένου τα επόμενα χρόνια να δημιουργηθούν στον Δήμο μας τρία νέα σχολεία.

    Επενδύσαμε από την πρώτη στιγμή στην καινοτομία και τη στήριξη της τοπικής επιχειρηματικότητας. Δώσαμε 7 εκατομμύρια ευρώ, απευθείας ως επιχορήγηση, σεμικρομεσαίες επιχειρήσεις του Πειραιά που επλήγησαν από την πανδημία.

    Στη διάρκεια της υγειονομικής κρίσης, ο Δήμος Πειραιά ήταν πρωτοπόρος με δράσεις και πρωτοβουλίες, όπως η παραγωγή χιλιάδων μασκών προστασίας από τον κορωνοϊό, τις οποίες προσφέραμε σε ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό και κοινωνικές δομές. Και ως οφείλαμε, σταθήκαμε δίπλα στους ευάλωτους συμπολίτες μας, στην πρώτη γραμμή κατά της πανδημίας.

    Επενδύσαμε στον Πολιτισμό, καθιστώντας την πόλη μας, με ναυαρχίδα το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, αλλά και με την Πινακοθήκη, τα Μουσεία, τις γκαλερί, επίκεντρο πολιτισμού, με διεθνή ακτινοβολία.

    Έχουμε ανακαινίσει όλους τους δημοτικούς αθλητικούς χώρους, τα γήπεδα, τα κλειστά και ανοιχτά γυμναστήρια, ώστε τα παιδιά μας και οι μεγαλύτεροι να αθλούνται σε ασφαλείς εγκαταστάσεις και δημιουργούμε νέους αθλητικούς, κάτι ιδιαίτερα δύσκολο στην πόλη μας λόγω έλλειψης ελεύθερων χώρων. Φιλοξενήσαμε στον Πειραιά, διεθνείς αθλητικές διοργανώσεις, όπως το Pi- raeus Long Jump με τον Μίλτο Τεντόγλου και το Super Cup της UEFA, οι οποίες προβάλλουν την πόλη μας.

    Οφείλουμε να συνεχίσουμε, με σηκωμένα τα μανίκια και με αμείωτο ρυθμό για να ολοκληρώσουμε αυτό που ξεκινήσαμε.

    Εννέα χρόνια μετά, μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι ο Πειραιάς είναι μια «άλλη» πόλη. Έχει κάνει σημαντικά άλματα προόδου, έχει περάσει πλέον σε μια νέα εποχή, στην εποχή της εξωστρέφειας, της ανάπτυξης και της προόδου. Και αυτό το πετυχαίνουμε βήμα βήμα όλοι μαζί.

    Ερ.: Η ρήση του Κικέρωνα «Salus populi suprema lex esto» δηλαδή, «ας είναι η ευημερία του λαού ο υπέρτατος νόμος», όπως επισημάνετε στην παρουσίαση του νέου σας βιβλίου πριν λίγες ημέρες «Δίκαιο και Γεωπολιτική της Ενέργειας», ταυτοποιείται πιστεύετε με τον Πειραιά καθώς καθίσταται κόμβος ενεργειακής και εμπορικής δραστηριότητας. Πώς το αναλύετε αυτό;

    Απ.: Στο βιβλίο μου, παρουσιάζω τις πρόσφατες εξελίξεις στο χώρο του Δικαίου της ενέργειας όπου μέσα από μια λεπτομερή ανασκόπηση, αποτυπώνω τον αντίκτυπο για την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης, ενώ, παράλληλα ταυτοποιώ το «αποτύπωμα» αυτό στις γεωπολιτικές εξελίξεις και, ειδικότερα, στην κατανομή ισχύος μεταξύ των κρατών σε μία περιοχή.

    Παρουσιάζονται οι πρόσφατες εξελίξεις στο δίκαιο για την εσωτερική αγορά ενέργειας και στις σχετικές ενωσιακές διατάξεις περί ανταγωνισμού, στις διατάξεις για την ενεργειακή ασφάλεια και την απεξάρτηση από τους ρωσικούς ενεργειακούς πόρους, στο δίκαιο της θάλασσας και στα δικαιώματα των παράκτιων κρατών στην έρευνα και εκμετάλλευση των ενεργειακών πόρων, στις δικαιακές διατάξεις για την πράσινη μετάβαση και την απανθρακοποίηση του ενεργειακού συστήματος.

    Οι παραγωγοί ενέργειας, χρησιμοποιούν την ισχύ που απορρέει από τους ενεργειακούς τους πόρους για να πετύχουν γεωπολιτικούς στόχους και πυροδοτούν με αυτόν τον τρόπο νέες γεωπολιτικές εξελίξεις, οι οποίες επηρεάζουν τη διαμόρφωση δικαίου.

    Τελικά το δίκαιο μπορεί να προσπορίσει ισχύ στα κράτη που νέμονται τους ενεργειακούς πόρους αλλά και αυτά, με «όπλο» την γεωπολιτική ισχύ που αποκτούν, δύνανται να επηρεάσουν τις γεωπολιτικές εξελίξεις και τη σχετική με αυτές διαμόρφωση δικαίου.

    Ο Πειραιάς και γενικότερα η Ελλάδα θεωρώ ότι βρίσκονται κοντά σε αυτές τις εξελίξεις, ενώ η διαχείριση του ενεργειακού επιπέδου και δικαίου αλλά και η καθόλα εμπορική και διαχειριστική δραστηριότητα γενικότερα, είναι τελικά προς όφελος μας, καθώς τον καθιστά αξονα παραγωγικών διαδικασιών και ανάπτυξης.

    Θεωρώ εν τέλει ότι στην πράξη αυτό το ενεργειακό αποτύπωμα όπως διαμορφώνεται και η διαχείριση του δικαίου θα αποβεί θετική εξέλιξη τόσο προς τον Πειραιά όσο και προς την Ελλάδα.

    ΠΗΓΗ

  • Άλλα

    ΒΙΝΤΕΟ :

    @sisialigizaki

    καλημέρα🙂! Εσείς αλήθεια πως το λέτε; Μικρολίμανο η Τουρκολίμανο;🤔 #Πειραιας #piraeus #πειραιας #piraeusgreece

    ♬ πρωτότυπος ήχος – Ασπασία (Σίσσυ) Αλιγιζάκη
    https://www.tiktok.com/@sisialigizaki/video/7233415952203812123
  • Άλλα

    ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟ ΠΕΝΤΑΠΟΣΤΑΓΜΑ

    “Στην περίπτωση που διαδραματισθεί ένα θερμό επεισόδιο, χωρίς να είναι αποτέλεσμα ατυχήματος, αλλά ως αποτέλεσμα μιας στρατηγικής άσκησης πίεσης για τη δημιουργία τετελεσμένου και την αποκόμιση γεωπολιτικών ωφελημάτων, θα σχεδιαστεί, κατά πάσα πιθανότητα, έτσι ώστε να θυμίζει ατύχημα” τονίζει

    Συνέντευξη στον Μάνο Χατζηγιάννη 

    Subscribe to Youtube

    Δρ Ασπασία Αλιγιζάκη_ Ο Ερντογάν θα πάρει αποφάσεις που ενδεχομένως επιφυλάσσουν εκπλήξεις

    “Είμαστε πολύ κοντά στην αλλαγή των ισορροπιών κυρίως γιατί λόγω και των νέων ενεργειακών σχεδιασμών στην περιοχή της Μεσογείου θα υπάρξουν πιθανότατα αλλαγές στην κατανομή ισχύος των δυνάμεων της περιοχής” αναφέρει στην αποκλειστική της συνέντευξη στο ΠΕΝΤΑΠΟΣΤΑΓΜΑ η Δρ. Ασπασία Αλιγιζάκη, Δικηγόρος, καθηγήτρια Νομικής Université Sorbonne Paris Nord/IDEF & στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιά, καθώς και Αντιδήμαρχος Πειραιά. 

    Συγκρίνει την κατάσταση από διεθνολογικής άποψης με το 2020, ενώ πολύ μεγάλη σημασία έχει η γνώμη της για ένα πιθανό θερμό επεισόδιο“Στην περίπτωση που διαδραματισθεί ένα θερμό επεισόδιο, χωρίς να είναι αποτέλεσμα ατυχήματος, αλλά ως αποτέλεσμα μιας στρατηγικής άσκησης πίεσης για τη δημιουργία τετελεσμένου και την αποκόμιση γεωπολιτικών ωφελημάτων, θα σχεδιαστεί, κατά πάσα πιθανότητα, έτσι ώστε να θυμίζει ατύχημα” τονίζει. 

    Σχολιάζει με ένα πολύ ενδιαφέρον ιστορικό παράδειγμα την στάση του Ερντογάν, ενώ για την ελληνική κινητικότητα αναφέρει: “ένα κράτος έχει δύο τρόπους για να εξισορροπήσει την ισχύ του αντιπάλου του, τη λεγόμενη εξωτερική εξισορρόπηση, που αφορά στην ενίσχυση των συμμαχιών του και τη λεγόμενη εσωτερική εξισορρόπηση που αφορά μεταξύ άλλων στην ενίσχυση της πολεμικής μηχανής του. Η Ελλάδα με την ενίσχυση της αμερικανικής παρουσίας και την αύξηση των εξοπλισμών έχει επιτύχει το τελευταίο χρονικό διάστημα και τα δύο”. 

    Αναλύει το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο και της ενεργειακής κρίσης, εξηγεί νομικά το θέμα της (από)στρατικοποίησης των νήσων του Αιγαίου επικαλούμενη μεταξύ άλλων και το δόγμα clausula rebus sic stantibus και τέλος μιλάει για τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις τελευταίες εντάσεις στο Κόσοβο. 

    Ακολουθεί ολόκληρη η συνέντευξη : 

    -Κύρια Αλιγιζάκη, ο μήνας που ξεκίνησε για τα ελληνοτουρκικά με αφορμή και την προαναγγελθείσα έξοδο του νέου τουρκικού γεωτρύπανου στην Ανατολική Μεσόγειο προδιαγράφεται «καυτός». Σας θυμίζει το σκηνικό αυτό το 2020 με το Oruc Reis;

    Είναι εύλογο η έξοδος του Abdülhamid Han να θυμίζει το φορτισμένο σκηνικό του 2020 με το Oruc Reis και να περιμένουμε μια ένταση ανάλογη με αυτήν που προκλήθηκε τότε. Εντούτοις, πρέπει να αναλύουμε τις διεθνολογικές εξελίξεις με βάση τις εκάστοτε κάθε φορά συνθήκες, που σήμερα είναι αρκετά διαφορετικές από το 2020.

    Σήμερα, η ενεργειακή κρίση έχει ενταθεί στον απόλυτο βαθμό και είναι ζήτημα ζωής και θανάτου για την Ευρώπη να απεξαρτηθεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα από τη Ρωσία, βρίσκοντας νέους εναλλακτικούς, μη ρωσικούς ενεργειακούς πόρους και διαδρομές/ αγωγούς μεταφοράς τους. Κοντολογίς, αν τα ενεργειακά σχέδια στην Ανατολική Μεσόγειο ήταν πολύ σημαντικά το 2020, σήμερα είναι αναπόδραστη αναγκαιότητα και όποιος συμμετέχει σε αυτά αποκτά μεγάλη γεωπολιτική αξία.

    Αν λοιπόν στο παρελθόν οι εντάσεις που δημιουργούσε ο Ερντογάν είχαν κυρίως επικοινωνιακό χαρακτηρα, σήμερα έχουν, κατά τη γνώμη μου, και άλλη στόχευση. Η Τουρκία δεν θα δεχθεί με τίποτε να μείνει έξω από τα ενεργειακά σχέδια της Ανατολικής Μεσογείου και θα πιέσει με κάθε τρόπο τη Δύση να την υπολογίσει σε αυτά. Επιπροσθέτως, πρέπει να λάβουμε υπ΄όψιν ότι η Δύση σε αυτήν τη συγκυρία,  αν και δεν εμπιστεύεται τον Ερντογάν, λόγω της αμφιλεγόμενης στάσης του, εντούτοις δεν θέλει να τον έχει απέναντί της, καθώς κάτι τέτοιο θα εγκυμονούσε τον κίνδυνο να τον στείλει στην αγκαλιά των Ρώσων.

    Αυτό το νέο διεθνές σκηνικό, ενδεχομένως θα ωθήσει την Τουρκία (υπό το πρίσμα: “τώρα που μπορώ θα διεκδικήσω όσα περισσότερα μπορώ”) σε μια ακόμη πιο έντονη άσκηση πίεσης προς τη Δύση, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, με αντάλλαγμα παραχωρήσεις στον ενεργειακό πλούτο της Μεσογείου.

    -Θεωρείτε πως το Abdülhamid Han και η δράση του, αλλά επιπλέον και η τυχόν συνοδεία του, μπορεί να μας εμπλέξουν σε κάποιου είδους θερμό επεισόδιο με την Τουρκία ; 

    Όταν υπάρχει ένα τεταμένο σκηνικό με αναθεωρητικές δηλώσεις και ενέργειες είναι προφανές ότι θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι για όλα τα ενδεχόμενα. Ακόμη και στην περίπτωση που δεν υπάρχει κάποιος στρατηγικός σχεδιασμός και ο αναθεωρητισμός γίνεται για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης, όπως πολλοί υποστηρίζουν αναφορικά με τον Ερντογάν, ο τουρκικός φανατισμός που έχει προκληθεί με τον μαξιμαλισμό, δύναται να οπλίσει τα χέρια με αποτέλεσμα κάποιο “ατύχημα”. 

    Σημειωτέον, στην περίπτωση που διαδραματισθεί ένα θερμό επεισόδιο, χωρίς να είναι αποτέλεσμα ατυχήματος, αλλά ως αποτέλεσμα μιας στρατηγικής άσκησης πίεσης για τη δημιουργία τετελεσμένου και την αποκόμιση γεωπολιτικών ωφελημάτων, θα σχεδιαστεί, κατά πάσα πιθανότητα, έτσι ώστε να θυμίζει ατύχημα για να μην προκαλέσει τη μήνη της διεθνούς κοινότητας και να ιαθεί άμεσα με την παρέμβαση της Δύσης.

    Διαφορετικά δεν θα μιλάμε για ένα θερμό επεισόδιο, αλλά για κάτι με δυστυχώς μεγαλύτερες διαστάσεις που φρονώ όμως ότι σε αυτήν την περίοδο με τον πόλεμο στην Ουκρανία, την ένταση στην Ταιβάν και την πρόσφατη “ανάφλεξη” στο Κόσοβο θα ήταν κάτι που η Δύση δεν θα μπορούσε να το αφήσει να εξελιχτεί, καθώς θα ήταν “βούτυρο στο ψωμί των Ρώσων”, αφήνοντας τον Πούτιν σχεδόν απερίσπαστο πλέον στην Ουκρανία.

    Η Δύση δεν θα μπορούσε να αφήσει να εξελιχτεί μια σύγκρουση ανάμεσα σε δύο συμμάχους του ΝΑΤΟ στη Μεσόγειο, η οποία μάλιστα σήμερα είναι υψίστης σημασίας για την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης.

    -Όσο ο Ερντογάν επί της παρούσης απομακρύνεται από τις ΗΠΑ με αφορμή τα F-16 και προσεγγίζει Ιράν-Ρωσία, έχοντας ανοιχτό και το μέτωπο της Συρίας, πως πιστεύετε ότι διαμορφώνονται οι ισορροπίες στην λεκάνη της Μεσογείου; 

    Ας περιγράψουμε κατ΄αρχάς το διαμορφούμενο διεθνές σκηνικό: Η απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων από το Αφγανιστάν που μεταφράστηκε ως μια γενικότερη απόσυρση ή έστω μείωση του ενδιαφέροντος των ΗΠΑ ως προς την ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής (λόγω της εστίασης τους στον Ειρηνικό) φρονώ ότι τροφοδότησε τη φιλοδοξία της Τουρκίας να ασκήσει ρόλο περιφερειακής δύναμης και τοποτηρητή στην περιοχή, γεγονός που επιβεβαιώνεται από μια σειρά ενεργειών της.

    Την είδαμε, λοιπόν, να έχει μια σειρά από διαφορετικές στρατηγικές επιλογές και από τις ΗΠΑ και από τη Ρωσία. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι παρόλο που διαφοροποιήθηκε από τη Ρωσία σε αρκετά ζητήματα: στη Συρία, στη Λιβύη, στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, ακόμη και αν τροφοδοτούσε εξοπλιστικά την Ουκρανία πριν από την έναρξη του πολέμου, ακόμη και αν παλαιότερα κατέρριψε ρωσικό μαχητικό αεροσκάφος (που υπό άλλες συνθήκες θα ήταν αιτία πολέμου), η σχέση Άγκυρας- Μόσχας παραμένει πολύ ισχυρή.

    Αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι είναι εταιρική και ταυτόχρονα εθνικά απαραίτητη, εστιαζόμενη μεταξύ άλλων στον φλέγοντα ενεργειακό τομέα. Η Τουρκία εκτός του ότι εξαρτάται ενεργειακά από τη Ρωσία, συνεργάζεται με αυτήν και στη μεταφορά ρωσικών ενεργειακών πόρων προς την Ευρώπη και πιο πρόσφατα στη δημιουργία πυρηνικού εργοστασίου.

    Το Ιράν, κατά τη γνώμη μου, δεν επιθυμεί ακόμη να θερμάνει περισσότερο τις σχέσεις του με την Τουρκία,  γεγονός που επιβεβαιώνεται από τον “πάγο” της Τεχεράνης στον Ερντογάν κατά την πρόσφατη επίσκεψή του σε αυτήν. Από την άλλη, η Τουρκία δεν φαίνεται να υιοθετεί αβίαστα τις θέσεις των ΗΠΑ, παίζοντας κατά κάποιο τρόπο το δικό της παιχνίδι, αν και εταίρος στο ΝΑΤΟ, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τις κινήσεις της απέναντι στη Ρωσία αλλά και στη Συρία και πιο πρόσφατα με την Φινλανδία και τη Σουηδία.

    Οι Αμερικανοί, παρόλα αυτά, δεν έχουν αποφασίσει να θέσουν την Τουρκία απέναντι, αφενός γιατί δεν νομίζω ότι σε αυτή τουλάχιστον τη συγκυρία θα άντεχαν να τη δουν πιο κοντά στον Πούτιν (σημειώνω ότι η Τουρκία έχει το “κλειδί” για τα Στενά και την περιοχή της  Μαύρης Θάλασσας). Την εμπιστεύονται δε πολύ περισσότερο από το Ιράν, το οποίο επίσης επιθυμεί ρόλο τοποτηρητή στην περιοχή και γι’ αυτό έχοντας σύγκρουση συμφερόντων με την Τουρκία δεν νομίζω ότι θα συμβάλει στην εκπλήρωση των γεωπολιτικών της σχεδιασμών.

    Συνοψίζοντας, έως σήμερα ο Ερντογάν φαίνεται να σχοινοβατεί επιτυχημένα ανάμεσα σε Ρώσους και Αμερικανούς αλλά ο μαξιμαλισμός του ίσως τον σπρώξει στη λεγόμενη “παγίδα του Θουκυδίδη”.

    https://youtube.com/watch?v=Dxdg5FSNMas%3Fautoplay%3D0%26start%3D0%26rel%3D0

    Συγκεκριμένα, η όποια ενδυνάμωση του ίσως γεννήσει ανασφάλεια στις άλλες εμπλεκόμενες δυνάμεις της περιοχής συσπειρώνοντάς τις εναντίον του, όπως στο Πελοποννησιακό πόλεμο η Αθήνα συσπείρωσε εναντίον της την Πελοποννησιακή συμμαχία. Εν γένει, είμαστε πολύ κοντά στην αλλαγή των ισορροπιών κυρίως γιατί λόγω και των νέων ενεργειακών σχεδιασμών στην περιοχή της Μεσογείου θα υπάρξουν πιθανότατα αλλαγές στην κατανομή ισχύος των δυνάμεων της περιοχής.

    -Μια άλλη επίμονη επιχειρηματολογία των Τούρκων αφορά στην έντονη παρουσία αμερικανικών δυνάμεων στην χώρα μας. Πώς κρίνετε γενικά το τρίπτυχο Αθήνα-Ουάσιγκτον-Άγκυρα;

    Είναι γεγονός ότι αυτό το τρίπτυχο χαρακτηρίζεται από μία ιδιοτυπία: Δύο μέλη του Βορειοατλαντικού Συμφώνου, του οποίου ηγέτιδα δύναμη είναι οι ΗΠΑ βρίσκονται σε μόνιμη συγκρουσιακή τροχιά. Αν αποδεχτούμε τη ρεαλιστική θέση του Mearsheimer ότι οι διεθνείς οργανισμοί, άρα και το ΝΑΤΟ, είναι έσωθεν κατευθυνόμενοι από το κράτος-αρχηγό τους, αντιλαμβανόμαστε ότι όσο και αν υπάρχει θεσμικά μια ισοτιμία ανάμεσα στα κράτη μέλη το πρόσταγμα, εν προκειμένω, το έχουν οι ΗΠΑ. Συνεπώς, είναι αναμενόμενο η Τουρκία να ανησυχεί για την ενίσχυση των Ελλήνων με την έντονη αμερικανική παρουσία.

    Πρέπει δε να σημειώσουμε ότι ένα κράτος έχει δύο τρόπους για να εξισορροπήσει την ισχύ του αντιπάλου του, τη λεγόμενη εξωτερική εξισορρόπηση, που αφορά στην ενίσχυση των συμμαχιών του και τη λεγόμενη εσωτερική εξισορρόπηση που αφορά μεταξύ άλλων στην ενίσχυση της πολεμικής μηχανής του. Η Ελλάδα με την ενίσχυση της αμερικανικής παρουσίας και την αύξηση των εξοπλισμών έχει επιτύχει το τελευταίο χρονικό διάστημα και τα δύο. Αυτό είναι εύλογο να δημιουργεί ανασφάλεια στη γείτονα και ένταση στα ελληνοτουρκικά. Ο Ερντογάν προσπάθησε να επωφεληθει από την απόσυρση των Αμερικανών από τη Μέση Ανατολή οραματιζόμενος την Τουρκία ως τη νέα περιφερειακή δύναμη στην περιοχή.

    Η προσέγγιση  Ελλάδας –  ΗΠΑ  και η κατά κάποιο τρόπο “επιστροφή” ή “επανεστίαση” των Αμερικανών στη Μεσόγειο, δια της ενίσχυσης της παρουσίας τους στην Ελλάδα, παρεμποδίζει την υλοποίηση της παραπάνω τουρκικής στόχευσης.

    -Πώς βλέπετε το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης ιδίως με δεδομένα τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο Μακρόν στην Γαλλία, την πολιτική αστάθεια στην Ιταλία, αλλά και την πολιτική μεθοδολογία της μετά-Μέρκελ Γερμανίας;   

    Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένας sui generis διεθνής οργανισμός με κοινή φωνή των μελών σε αρκετά ζητήματα κυρίως οικονομικής φύσεως και αρκετό σκεπτικισμό έως και διαφοροποίηση από πλευρά τους αναφορικά με τα ζητήματα που αφορούν στην εθνική τους κυριαρχία. Νομίζω ότι η αντοχή της θα δοκιμαστεί όσο ποτέ άλλοτε στο πλαίσιο της ενεργειακής κρίσης και της στάσης που καλούνται να τηρήσουν απέναντι στον Πούτιν οι εταίροι ιδίως όσο θα πλησιάζει ο βαρύς χειμώνας και το Κρεμλίνο θα συνεχίζει να χαλιναγωγεί, κατά το δοκούν, τις ροές  των ενεργειακών πόρων.

    Η ενεργειακή ασφάλεια, δηλαδή ο σταθερός, απρόσκοπτος και προσιτός ενεργειακός εφοδιασμός είναι απαραίτητη για την εθνική ασφάλεια. Για κράτη όμως, όπως η Γερμανία, η ενεργειακή ασφάλεια εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τους Ρώσους ενώ για άλλα,  όπως η Γαλλία πολύ λιγότερο καθώς εφοδιάζεται και από άλλους έχοντας, παράλληλα, περισσότερες εναλλακτικές στον περαιτέρω εφοδιασμό τους από μη ρωσικές πηγές και διαδρομές.

    Είναι λοιπόν αυτή η ενδεχόμενη διακοπή ή και δραστική μείωση των ρωσικών ενεργειακών ροών στην Ευρώπη που μπορεί να επιφέρει διαφορετική αντιμετώπιση της μεγαλύτερης μέχρι σήμερα κρίσης στην Ευρώπη, του ρωσοουκρανικού πολέμου. Ένα βαθύ σχίσμα, εν προκειμένω, θα αφήσει, δίχως άλλο, βαθύ αποτύπωμα στην μετέπειτα πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

    -Το θέμα της (από)στρατικοποίησης των νήσων του Αιγαίου έχει επανέλθει στην επικαιρότητα για πολλοστή φορά. Πρόκειται για έναν φαύλο κύκλο, μιας και από την μια η χώρα μας διατείνεται πως διατηρεί δυνάμεις στα νησιά υπό τον φόβο του τουρκικού στρατού στα παράλια, ενώ οι γείτονές μας υποστηρίζουν το αντίθετο στηριζόμενοι και στην θεωρία των «Γκρίζων Ζωνών»; Μπορεί να δοθεί νομική λύση;

    Σε νομικές διακρατικές διαφορές, πράγματι μπορεί, να δοθεί λύση από το Διεθνές δικαστήριο της Χάγης, το οποίο όμως προϋποθέτει τη συναίνεση των εμπλεκόμενων μερών για παραπομπή της διαφοράς. Από τη στιγμή που στην εν λόγω περίπτωση η νομική διαφορά οφείλεται κυρίως  σε μεταβολή των συνθηκών της διακρατικής σύμβασης και μάλιστα με ευθύνη της ίδιας της Τουρκίας που στρατικοποίησε σε τέτοιο βαθμό τα παράλιά της και επιμένει σε αλλεπάλληλες αναθεωρητικές και επιθετικές δηλώσεις και ενέργειες, το δικαίωμα της νόμιμης άμυνας, καθώς και οι  γενικές αρχές της αναλογικότητας και του δόγματος clausula rebus sic stantibus (= μη εφαρμογή μιας σύμβασης λόγω μιας θεμελιώδους αλλαγής των περιστάσεων) νομιμοποιούν αδιαμφισβήτητα τις ενέργειες της χώρας μας.

    Κατ΄ επέκταση, η οποιαδήποτε συγκατάθεση από πλευράς μας σε νομική διευθέτηση της διαφοράς σε διμερές ή πολυμερές επίπεδο, προϋποθέτει τρόπον τινά την παραδοχή της χώρας μας ότι υπάρχει ζήτημα για κάτι εθνικά αυτονόητο, γεγονός που εξ΄ ορισμού μπορεί να οδηγήσει σε μη αναγκαίους συμβιβασμούς και σε μία ενδεχόμενη διευθέτηση σε βάρος των εθνικών συμφερόντων, καθώς συνήθως η νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου δίνει σολομώντειες λύσεις. 

    Θα ήθελα δε να επισημάνω ότι ακόμη και αν τελικά οι συνθήκες γίνονταν κατάλληλες,  ώστε να τεθεί από εμάς η νομική διαφορά σε διεθνές επίπεδο, έτσι ώστε το παρόν καθεστώς των νησιών να αποτελέσει απόλυτα σαφές ρητό δίκαιο, στην πραγματικότητα αυτό δεν θα είχε σημαντικό, ουσιαστικό αντίκτυπο στην ρύθμιση των σχέσεων μας με την Τουρκία. Η ιστορία των κρατών,  δυστυχώς, έχει αποδείξει ότι οι διακρατικές σχέσεις δεν ρυθμίζονται, όπως οι σχέσεις των πολιτών μέσα στο κράτος από το Νόμο, το Δίκαιο και το Ηθικό, αλλά δυστυχώς από την ισχύ, το δίκαιο του ισχυρού και το εθνικό συμφέρον. Και αυτό το δίδαξε πρώτος ένας μεγάλος Έλληνας, ο Θουκυδίδης με τη Σφαγή των Μηλίων από τους Αθηναίους.

    -Ο  πόλεμος στην Ουκρανία ποιες επιπτώσεις δύναται να έχει για την Ανατολική Μεσόγειο και την Ελλάδα γενικότερα; 

     Όπως ανέφερα και πρωτύτερα,  ο πόλεμος στην Ουκρανία ανέδειξε την ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία, την οποία βέβαια θα έπρεπε ήδη να έχει συνειδητοποιήσει από τις δύο ρωσοουκρανικες οικονομικές διαφορές το 2006 και το 2009 που είχαν φέρει την κεντρική Ευρώπη στο χείλος του παρατεταμένου μπλακ άουτ. Η Ευρώπη όφειλε μέσα σε αυτά τα 15 χρόνια να έχει απεξαρτηθεί σημαντικά, αποκτώντας εναλλακτικές, μη ρωσικές πηγές και διαδρομές για τους  ενεργειακούς πόρους που εισήγαγε.

    Προφανώς δεν έσπευσε τότε με αποτέλεσμα την σημερινή ενεργειακή κρίση. Τώρα στο παρά πέντε καλείται σε έναν αγώνα ταχύτητας όπου η εξεύρεση των εναλλακτικών βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό στην Ανατολική Μεσόγειο καθώς σε αυτήν υπάρχουν ενεργειακοί πόροι, μπορεί να δομηθεί νότιος διάδρομος που θα τροφοδοτεί την Ευρώπη με φυσικό αέριο (EastMed),  ήδη φτάνει σε αυτήν ο ΤΑΝΑP-TAP με αζέρικο αέριο, και επίσης μπορούν γρήγορα να αυξηθούν οι πλωτές υποδομές για την επαναεριοποίηση και αποθήκευση του LNG.

    https://youtube.com/watch?v=Z-beYHcahYc%3Fautoplay%3D0%26start%3D0%26rel%3D0

    Σε αυτό το σκηνικό η Ελλάδα μπορεί να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο ως διαμετακομιστικός κόμβος φυσικού αερίου και LNG αλλά ενδεχομένως μελλοντικά και ως παραγωγός με την αξιοποίηση του υπεδάφους της. Αυτή η προοπτική είναι εύλογο να θορυβεί την Τουρκία που φιλοδοξεί να πρωταγωνιστήσει στην περιοχή ως περιφερειακή δύναμη και πρωτίστως να έχει και αυτή ρόλο στο ενεργειακό παιχνίδι στην περιοχή, ιδίως αφού μέχρι σήμερα αποτελεί βασικό διαμετακομιστικό κόμβο τόσο του ρωσικού όσο και του αζέρικου αερίου προς την Ευρώπη.

    Η ενέργεια είναι απαραίτητη για τους ανθρώπους και τα κράτη, μεταφράζεται σε οικονομική αλλά και γεωπολιτική ισχύ,  και γίνεται όπλο στα χέρια εκείνου που την έχει,  όπως επιβεβαίωσε πρόσφατα η Ρωσία με τον πόλεμο στην Ουκρανία.

    -Εσχάτως έχουμε νέα ένταση στο Κόσοβο. Θεωρείτε πως μπορεί κι εκεί να ανοίξει μέτωπο της δεδομένης πια αμερικανο-ρωσικής κόντρας … δια αντιπροσώπων; 

     Η ένταση στο Κόσοβο οπωσδήποτε θα ωφελούσε τους Ρώσους καθώς η προσοχή της Δύσης θα αποσπάτο σε έναν μεγάλο βαθμό στην περιοχή ιδίως σε μια εποχή που φαίνεται να υπάρχει σημαντική ένταση και στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των ΗΠΑ, την Κίνα.

    Μια Σερβία, ομόδοξη, διαχρονικά φιλική προς τους Ρώσους, εξαρτημένη ενεργειακά από αυτούς σε σχεδόν απόλυτο βαθμό (τέτοιο που ενώ το Βελιγράδι καταδίκασε τη ρωσική εισβολή, παρόλα αυτά δεν υιοθέτησε της οικονομικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας) μοιάζει να είναι ιδανικός σύμμαχος των Ρώσων απέναντι στις ΗΠΑ. Εντούτοις, μια νέα ανάφλεξη στα Βαλκάνια σε συνδυασμό με την ανοιχτή ήδη πληγή στην Συρία, την ένταση στην Ανατολική Μεσόγειο,  και κυρίως την ρήξη ΗΠΑ- Κίνας στην Ταιβάν θα διαμοίραζε  την προσοχή των ΗΠΑ σε πολλά “μέτωπα”, ευεργετώντας τους Ρώσους δια της πάντα επιτυχούς τακτικής “διαίρει και βασίλευε”.

    Συνεπώς, φρονώ ότι η στρατηγική των ΗΠΑ στη συγκεκριμένη συγκυρία, θα εστιασθεί στην επιστράτευση όλων των εφικτών μέσων, ώστε να μην έχουν οι Αμερικάνοι πολλά ανοιχτά μέτωπα, καθώς αυτά είθισται να οδηγούν στην αποδυνάμωση.

  • Άλλα

    Ταγίπ διάβασες… Θουκυδίδη;

    Στις αρχές του 2021: Μια εκτίμηση για το μέλλον των ελληνοτουρκικών σχέσεων

    Δρ. Ασπασία Αλιγιζάκη

    Δρ. Ασπασία Αλιγιζάκη, Αρθρογράφος

    Διδάκτωρ Διεθνών & Ευρ. Σπουδών – Καθηγήτρια  Νομικής στο Πανεπιστήμιο Sorbonne Paris Nord/IdEF. Αντιδήμαρχος Πειραιά

    11/01/2021 09:10 EET

    Και ενώ από τη μια το 2021 έφτασε για τη χώρα μας αρκετά ελπιδοφόρο με τη χορήγηση του εμβολίου κατά του κορονοϊού, από την άλλη ο Ερντογάν συνεχίζει να «εμβολίζει» προκλητικά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Συγκεκριμένα, με την αλλαγή του χρόνου, επέλεξε συμβολικά να διατρανώσει για άλλη μια φορά τη νέο-οθωμανική πολιτική του κάνοντας την πρώτη μουσουλμανική προσευχή του στην Αγιά Σοφιά.

    Πώς διαγράφεται όμως, το μέλλον των ελληνοτουρκικών σχέσεων κατά την έναρξη του 2021

    Είναι σαφές ότι το 2020 με τις επανειλημμένες τουρκικές προκλήσεις υπήρξε ένα ίσως από τα χειρότερα έτη στην ιστορία των ελληνοτουρκικών σχέσεων μετά το 1974. Κατ’ επέκταση, δύσκολα θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι το 2021 φαίνεται ευοίωνο για τα ελληνοτουρκικά.

    Εντούτοις, αξίζει να σημειωθεί ότι το προηγούμενο έτος κλείνει και με δύο αισιόδοξες σχετικές εξελίξεις. Αφενός με την ανάρτηση στην επίσημη ιστοσελίδα της Διεύθυνσης Ωκεάνιων Υποθέσεων και του Δικαίου της Θάλασσας του ΟΗΕ της συμφωνίας Ελλάδας- Αιγύπτου για την οριοθέτηση ΑΟΖ, η οποία είναι αναμφίβολα ένα θετικό γεγονός αφενός γιατί στην ουσία «ακυρώνει» το παράνομο τουρκολιβυκό σύμφωνο, αφετέρου γιατί δημιουργεί ένα κεκτημένο. Ένα κεκτημένο προς αξιοποίηση στην περίπτωση που η ελληνοτουρκική διαφορά φτάσει στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, γεγονός βέβαια που προϋποθέτει ότι η Τουρκία θα υπογράψει το σχετικό συνυποσχετικό για την οριστική επίλυση της.

    Μέχρι τότε όμως, αν η χώρα μας προβεί σε ενέργειες στις αμφισβητούμενες από την Τουρκία περιοχές δεν αποκλείεται ο κίνδυνος ενός θερμού επεισοδίου ή και μιας ευρύτερης σύγκρουσης. Μια δικαστική, κατ’ επέκταση, διευθέτηση της διαφοράς ενδεχομένως θα εξασφάλισε στη χώρα μας τη δυνατότητα να εκμεταλλεύεται πλήρως τα θαλάσσια κυριαρχικά δικαιώματα που το δικαστήριο θα της αναγνώριζε. Αυτά βέβαια τα έχει και τώρα βάσει της Σύμβασης για το Δίκαιο της θάλασσας (UNCLOS), κανόνες της οποίας έχουν εθιμική ισχύ (και δεσμεύουν και μη συμβαλλόμενα μέρη, όπως η Τουρκία). Διστάζει όμως να τα ασκήσει λόγω του casus belli της Τουρκίας.

    Βέβαια, η δικαστική διευθέτηση της διαφοράς ενέχει τον κίνδυνο να επιτύχουμε λιγότερα από όσα διεκδικούμε καθώς – σύμφωνα με την πάγια νομολογία του δικαστηρίου – η απόφαση θα ακολουθήσει τη λογική της ίσης απόστασης/ μέσης γραμμής ή της ευθυδικίας/ αναλογικότητας. Στο πλαίσιο αυτής της λογικής, εν γένει, τα κράτη έχουν δικαίωμα να ασκούν τα θαλάσσια κυριαρχικά τους δικαιώματα, αρκεί να τα ασκούν με βάση την αρχή της αναλογικότητας. Δηλαδή κατά τρόπο πρόσφορο και όχι επαχθή για τα άλλα κράτη. Πιο συγκεκριμένα, όταν οι θαλάσσιοι χώροι είναι «στενοί», με τις ακτές των κρατών αρκετά κοντά, το Δικαστήριο είθισται να εξετάζει προσεκτικά αν η οριοθέτηση της ΑΟΖ ενός κράτους επικαλύπτεται με αυτήν τρίτων χωρών.

    Σημειωτέον, βάσει της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας η Ελλάδα δύναται να ορίσει τα χωρικά ύδατα της στα 12 μίλια από 6, αλλά σε αυτήν την περίπτωση, κατά προσέγγιση, το 71,5% του Αιγαίου θα είναι υπό ελληνική κυριαρχία και το 8,7% τουρκικό. Η δε περιοχή της ανοικτής θάλασσας θα μειωθεί από 49% σε 19,7%, ενώ μια ενδεχόμενη ανακήρυξη ΑΟΖ θα φέρει και το υπόλοιπο 19,7 εξ ολοκλήρου στη δικαιοδοσία της Ελλάδας. Αυτές οι παράμετροι εξηγούν ευκρινώς γιατί η Τουρκία μας ασκεί αφόρητη πίεση, απειλώντας ότι η διεύρυνση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 μίλια συνιστά για αυτήν casus belli.

    Το πιθανότερο είναι, λοιπόν, η Τουρκία να επιθυμεί, κατά κύριο λόγο, να «καθίσει» σχεδόν βεβιασμένα, υπό συνθήκες casus belli, τη χώρα μας στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, με γνώμονα όχι όμως το διεθνές δίκαιο αλλά το δίκαιο της ισχύος. Άλλωστε, όπως πολύ εύστοχα έχει επισημάνει ο Θουκυδίδης, «τα νομικά επιχειρήματα και το δίκαιο έχουν αξία όταν εκείνοι που τα επικαλούνται είναι περίπου ισόπαλοι σε δύναμη. Αντίθετα, ο ισχυρός επιβάλλει ό, τι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύναμος υποχωρεί όσο του το επιβάλλει η αδυναμία του».

    Η δεύτερη θετική εξέλιξη στο τέλος του 2020 συνίσταται στην διαφαινόμενη αλλαγή της Αμερικανικής πολιτικής απέναντι στην Τουρκία, η οποία κατέστη εμφανής με την επιβολή κυρώσεων στην Άγκυρα για τους S400, γεγονός που βάζει ενεργά, τον αμερικανικό παράγοντα στην εξίσωση της Ανατολικής Μεσογείου. Σημειωτέον, αν και οι κυρώσεις προσέκρουσαν αρχικά στο βέτο του απερχόμενου Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για τον νόμο για τον αμυντικό προϋπολογισμό (στον οποίο και εμπερικλείονται), το αμερικανικό Κογκρέσο απέκρουσε το βέτο. Συνεπώς, η Τουρκία θα πρέπει, για να μην υποστεί κυρώσεις, να δώσει πίσω τους πυραύλους ή να μην τους χρησιμοποιήσει.

    Εξάλλου, οι ΗΠΑ φαίνεται να εξετάζουν σοβαρά την αποχώρηση από την αεροπορική βάση του Ιντσιρλίκ στη νότια Τουρκία, λόγω της «ανησυχητικής» εξωτερικής πολιτικής του Ερντογάν. Στα δε εναλλακτικά σχέδια που εξετάζει η Ουάσιγκτον περιλαμβάνεται και η βάση στη Σούδα της Κρήτης, γεγονός που θα λειτουργήσει ενισχυτικά για τη θέση της Ελλάδας. Ο λόγος της διαφαινόμενης αλλαγής της πολιτικής των ΗΠΑ έναντι της Τουρκίας δεν είναι μόνο οι απειλές του Ερντογάν ότι θα κλείσει τη βάση του Ιντσιρλίκ, αλλά και η γενικότερη αναθεωρητική στάση της Τουρκίας απέναντι στην Ελλάδα, μια σταθερή σύμμαχο τους στο ΝΑΤΟ.

    Ακόμη και ένα «ατύχημα» στο Αιγαίο ή μια σύντομη στρατιωτική αντιπαράθεση μπορεί να αποδειχθεί επιβλαβής για το ΝΑΤΟ, καθώς θα δώσει τη δυνατότητα στον έτερο, μέχρι σήμερα, σύμμαχο της Τουρκίας, τη Ρωσία, να επωφεληθεί παρεμβαίνοντας στην ελληνοτουρκική διαφορά και στην περιοχή της Μεσογείου. Ιδίως καθώς αυτή σχετίζεται, μεταξύ άλλων, με τα οικονομικά- γεωπολιτικά συμφέροντα των Ρώσων. Συγκεκριμένα, με την εκμετάλλευση από τους Ευρωπαίους των ενεργειακών πόρων στην εν λόγω περιοχή, ως μια αναγκαία εναλλακτική στον μέχρι τώρα σχεδόν μονοπωλιακό ρωσικό εφοδιασμό τους. Η τακτική του «διαίρει και βασίλευε» είναι από τις πιο παλιές τακτικές ενίσχυσης της γεωπολιτικής ισχύος μιας χώρας και οι Αμερικάνοι διαβλέπουν ότι εξυπηρετεί, εν προκειμένω, τους Ρώσους.

    Εντούτοις, δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει, παράλληλα με τις παραπάνω, αισιόδοξες εξελίξεις η κατευναστική μέχρι σήμερα πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την Τουρκία. Αυτή επιβεβαιώθηκε, λίγο ή πολύ, από την δεύτερη αναβολή επιβολής κυρώσεων στην Τουρκία, τη στιγμή μάλιστα που σύμφωνα με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την επιβολή τους.

    Και δεν θα ήταν τυχαία, εν προκειμένω, η σύγκριση αυτής της πολιτικής με την πιο ενδεικτική στην ιστορία πολιτική του κατευνασμού, από τους Γάλλους και Άγγλους έναντι του Χίτλερ με τη γνωστή Συμφωνία του Μονάχου. Αυτή αντί να περιορίσει, ουσιαστικά αποθράσυνε το Χίτλερ με αποτέλεσμα την επίθεσή του στην Πολωνία, μετά την οποία βέβαια τα ποτήρι «ξεχείλισε» και ξέσπασε Πόλεμος. Μοιάζει βέβαια υπερβολικό ο Ερντογάν να συγκρίνεται με τον Χίτλερ, αν και εύλογα κάποιος μπορεί να εντοπίσει ομοιότητες ανάμεσα στον ναζιστικό «ζωτικό χώρο» και την ερντογανική «γαλάζια πατρίδα», την τότε αμφισβήτηση της Συνθήκης των Βερσαλλιών και τη σημερινή αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάννης.

    Είναι όμως ιστορικά αποδεδειγμένο ότι η προσπάθεια αύξησης των συντελεστών ισχύος ενός κράτους, έχει συνήθως το ανεπιθύμητο αποτέλεσμα να αυξάνει την ανασφάλεια του όποιου αντιπάλου που θεωρεί την πράξη αυτή απειλητική, με αποτέλεσμα να αντιδρά επιθετικά. Η ενίσχυση και ο αναθεωρητισμός της Τουρκίας δεν προκαλεί ανασφάλεια μόνο στους Έλληνες. Ενδεχομένως, προκαλεί ή θα προκαλέσει στο μέλλον, σε όλες τις περιφερειακές δυνάμεις της περιοχής που βλέπουν μια αλλαγή στην ισορροπία ισχύος ως επικίνδυνη για τη δική τους σχετική θέση και άρα για τα συμφέροντα τους. Άλλωστε, σε ένα ανταγωνιστικό διεθνές σύστημα τα κράτη είναι αναγκασμένα να διατηρήσουν τη σχετική τους θέση στη κατανομή ισχύος. Αν η σχετική τους θέση χειροτερεύσει και αυτή των αντιπάλων τους καλυτερεύσει, τότε ενδέχεται να κινδυνεύσει η ασφάλεια τους.

    Τα κράτη, λοιπόν, έχουν κάθε κίνητρο να εμποδίσουν τη σχετική αναβάθμιση των αντιπάλων τους στη διεθνή κατανομή ισχύος. Αυτό, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, αποτέλεσε την “πραγματική αλλά ανομολόγητη αιτία” του Πελοποννησιακού πολέμου, δηλαδή το ότι “η μεγάλη ανάπτυξη της Αθήνας φόβισε τους Λακεδαιμονίους και τους ανάγκασε να πολεμήσουν”.

    Η Σπάρτη είχε, θεωρητικά, δύο επιλογές: είτε να προσπαθήσει να αυξήσει το δικό της ρυθμό ανάπτυξης, ώστε να ξεπεράσει αυτόν της Αθήνας, είτε να σταματήσει την ανάπτυξη της Αθηναϊκής ισχύος. Καθώς η πρώτη επιλογή ήταν ανέφικτη, η Σπάρτη κατέφυγε στη δεύτερη. Η τοποθέτηση του Σπαρτιάτη εφόρου Σθενελαΐδα είναι ενδεικτική: “Ψηφίστε πόλεμο. Μην αφήσετε τους Αθηναίους να γίνουν ισχυρότεροι” προέτρεψε τους συμπολίτες του.

    ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

    Ο Ερντογάν ίσως θα έπρεπε, λοιπόν, όπως άλλωστε όλοι όσοι μελετούν και χαράσσουν στρατηγική, να διαβάσει Θουκυδίδη. Διαφορετικά κινδυνεύει να πέσει στην ονομαζόμενη «παγίδα» του. Πιο συγκεκριμένα ο μαξιμαλισμός του και η επιθετική αναθεώρηση του status quo της Νοτιοανατολικής Μεσογείου είναι πιθανό να προκαλέσει ανασφάλεια σε άλλες δυνάμεις που θα θέλουν να διατηρήσουν τη σχετική θέση τους σε αυτό. Συνεπώς, ελλοχεύει ο κίνδυνος να του επιτεθούν, για να τον αναχαιτίσουν, πιθανότατα μάλιστα συμμαχώντας η μία με την άλλη υπό το γνωστό δόγμα: ο εχθρός του εχθρού φίλος.

    Κλείνοντας όμως πρέπει να έχουμε κατά νου και μια άλλη θουκυδίδεια ρήση: “Φρόνιμοι είναι εκείνοι που ξέρουν ότι ο πόλεμος (και θα μπορούσαμε να προσθέσουμε, γενικότερα, η διακρατική σύγκρουση) δεν περιορίζεται στα όρια που εκείνοι θέλουν να του επιβάλλουν. Η τύχη, εν τέλει, οδηγεί τη πορεία του”.

    Δρ. Ασπασία Αλιγιζάκη, Διδάκτωρ Διεθνών & Ευρ. Σπουδών – Δικηγόρος, Καθηγήτρια της Νομικής Sorbonne Paris Nord/IdEF, Αντιδήμαρχος Πειραιά

    ΠΗΓΗ

  • Άλλα

    Δρ. Ασπασία Αλιγιζάκη στο ΠΕΝΤΑΠΟΣΤΑΓΜΑ: Ο Ερντογάν θα πάρει αποφάσεις στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής που ενδεχομένως επιφυλάσσει εκπλήξεις

    Συνεντεύξεις 13.02.2023 – 09:53

     Ενημερώθηκε στις: 13.02.2023 – 19:22

    Δρ. Ασπασία Αλιγιζάκη στο ΠΕΝΤΑΠΟΣΤΑΓΜΑ: Ο Ερντογάν θα πάρει αποφάσεις στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής που ενδεχομένως επιφυλάσσει εκπλήξεις

    Ευάγγελος Δ. Κόκκινος

    113

    Στον απόηχο των καταστροφικών σεισμών σε Τουρκία-Συρία, η διδάκτωρ Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς αναλύει την επόμενη μέρα για τα ελληνοτουρκικά- Αναλυτικά οι εκτιμήσεις για τον πόλεμο στην Ουκρανία και τους ανταγωνισμούς σε Μέση Ανατολή και Ινδο-Ειρηνικό

    Συνέντευξη στον Ευάγγελο Δ. Κόκκινο

    Subscribe to Youtube

    Δρ Ασπασία Αλιγιζάκη_ Ο Ερντογάν θα πάρει αποφάσεις που ενδεχομένως επιφυλάσσουν εκπλήξεις

    «Είναι δύσκολο, να προβλέψει κανείς εάν αυτή τη φορά θα είναι ο σεισμός αυτός αρκετός, ώστε ο Ερντογάν να ρίξει τους μέχρι σήμερα εχθρικούς τόνους», αναφέρει στην αποκλειστική συνέντευξη που παραχώρησε στο Πενταπόσταγμα, η Δρ. Ασπασία Αλιγιζάκη*, διδάκτωρ Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και αντιδήμαρχος Πειραιά.

    Υπενθύμισε τη γέννηση της «σεισμικής ή αντισεισμικής διπλωματίας» ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία μετά τους σεισμούς του 1999, η οποία οδήγησε σε μια μακρόχρονη ύφεση της τεταμένης μέχρι τότε κατάστασης στις σχέσεις με τη γείτονα. 

    «Ο Ερντογάν ενδεχομένως, ενόψει των δυσθεώρητων προβλημάτων και «μετώπων» που πλέον αντιμετωπίζει στο εσωτερικό, να αποφύγει άλλα μέτωπα στο εξωτερικό (τουλάχιστον για το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα)»τονίζει η κα. Αλιγιζάκη και προσθέτει, ωστόσο, πως «επειδή βρίσκεται σε προεκλογική περίοδο, δεν είναι απίθανο να λειτουργήσει και μικροπολιτικά».

    «Όσο η Τουρκία αισθάνεται ισχυρή, θα επιθυμεί να επιβάλλει τη δύναμη της, για να εξυπηρετήσει το εθνικό της συμφέρον»

    Αναλύοντας τις πολιτικές επιπτώσεις των σεισμών στην προεκλογική πορεία του Ερντογάν, η κα. Αλιγιζάκη επεσήμανε πως ο σεισμός του 1999 και η απογοήτευση του κόσμου για τη σχετική κυβερνητική πολιτική έφεραν και τον ίδιο τον Ερντογάν στην εξουσία.  Βεβαιώνει παράλληλα, ότι «ο Ερντογάν δεν θα πάρει τις αποφάσεις του εν θερμώ, αλλά στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής που ενδεχομένως να επιφυλάσσει και εκπλήξεις».

    Επιπροσθέτως, αναφέρει πως «αυτό το έτος θα αποτελέσει κρίσιμο σημείο καμπής για την Τουρκία καθώς ο σεισμός θα αφήσει ανεξίτηλο αποτύπωμα στην οικονομία της Τουρκίας. Μια οικονομία χειμαζόμενη εδώ και καιρό». «Όντας σε προεκλογικό «πυρετό» [ο Ερντογάν], που μέχρι χθες προσπαθούσε να αντιμετωπίσει με εθνικιστικά πυροτεχνήματα δεν μοιάζει πολύ πιθανό να αλλάξει στάση και προφίλ εξωτερικής πολιτικής», συμπληρώνει η ίδια.

    Αναφορικά με τον πόλεμο στην Ουκρανία, η κα. Αλιγιζάκη εκτιμά πως «το πιθανότερο είναι ότι ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία θα συνεχιστεί». Όπως αναφέρει, «η έκβαση του πολέμου είναι και στενά συνυφασμένη με τη μελλοντική θέση της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Πιο συγκεκριμένα, στην όποια έκβαση – με εξαίρεση τη λιγότερο πιθανή ολοκληρωτική ήττα και υποχώρηση της Ρωσίας – η σύμβαση που θα επισφραγίσει τον πόλεμο θα εμπεριέχει, πιθανότατα, ρήτρα μη προσχώρησης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ και, κατά δεύτερο λόγο, στην ΕΕ (κυρίως γιατί μέσα από την Ουκρανία διέρχονται ρωσικοί αγωγοί ενεργειακής τροφοδοσίας της Ευρώπης, τους οποίους η Ρωσία επιθυμεί να ελέγχει εξολοκλήρου)».

    «Η ενδεχόμενη προσχώρηση της Ουκρανίας στους δυο αυτούς διεθνείς οργανισμούς υπήρξε και γενεσιουργό αίτιο της ρωσο-ουκρανικής ρήξης»

    Με αφορμή και την πρόσφατη επιδρομή με drone στο Ισφαχάν του Ιράν που πιστώνεται στην ισραηλινή Μοσάντ, η κα. Αλιγιζάκη, εκτιμά πως «τα όποια ενδεχόμενα, μελλοντικά χτυπήματα του Ισραήλ στο Ιράν, αν συμβούν, θα εντάσσονται στο πλαίσιο της ανάσχεσης της γεωπολιτικής ενδυνάμωσης του ΙΡΑΝ και στην αποδυνάμωση της Ρωσίας και όχι στη πρόκληση μιας νέας περιφερειακής σύγκρουσης».

    Παράλληλα, για τις ανανεωμένες εντάσεις ΗΠΑ-Κίνας μετά και την υπόθεση του κατασκοπευτικού μπαλονιού, η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Πειραιώς, ξεκαθαρίζει ότι «ήδη μαίνεται ένας ψυχρός πόλεμος ΗΠΑ- Κίνας». «Νομίζω ότι σε αυτή τη φάση θα πορευθούμε σε μια περίοδο, ενός παρατεταμένου νέου ψυχρού πολέμου ΗΠΑ-ΚΙΝΑΣ», προσθέτει.

    Τέλος, αναλύοντας τα έως τώρα διδάγματα από τον πόλεμο στην Ουκρανία, αλλά και το ενδεχόμενο χρήσης Όπλων Μαζικής Καταστροφής (ΟΜΚ), η κα. Αλιγιζάκη λέει πως «το δίκαιο και το ηθικό ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ ίσων κρατών, αλλά μεταξύ ενός ισχυρού και ενός λιγότερο ισχυρού κράτους, το διεθνές δίκαιο υποτάσσεται στο δίκαιο της ισχύος».

    «Η γνώση, όμως, της ολοκληρωτικής καταστροφής που επιφέρουν [τα ΟΜΚ] αποδυναμώνει, εν τέλει, το ίδιο το επιχείρημα της αποτροπής, καθώς όλοι κατανοούν ότι πολύ δύσκολα μια ηγεσία θα έπαιρνε την απόφαση χρήσης τους», καταλήγει.

    Αναλυτικά η συνέντευξη:

     

    – Πως εκτιμάτε ότι θα εξελιχθούν οι Ελληνοτουρκικές σχέσεις μετά και τους πρόσφατους σεισμούς; Πόσο χρόνο θα πάρει στην τουρκική ηγεσία να αρχίσει εκ νέου τις απειλές έναντι της Ελλάδας;

    Είναι γεγονός ότι το 1999, τρία χρόνια μετά την κρίση των Ιμίων, οι δυο σεισμοί, στην Τουρκία και στη χώρα μας, γέννησαν τη λεγόμενη «σεισμική ή αντισεισμική διπλωματία», η οποία οδήγησε σε μια μακρόχρονη ύφεση της τεταμένης μέχρι τότε κατάστασης στις σχέσεις με τη γείτονα. Είναι δύσκολο, όμως, να προβλέψει κανείς εάν αυτή τη φορά θα είναι ο σεισμός αυτός αρκετός, ώστε ο Ερντογάν να ρίξει τους μέχρι σήμερα εχθρικούς τόνους.

    Πράγματι, όπως έχει αποδειχθεί ιστορικά οι φυσικές καταστροφές, μπορούν να οδηγήσουν σε μια μακροπρόθεσμη συνεργασία. Οι φυσικές καταστροφές επηρεάζουν την ψυχολογία των ανθρώπων. Ακόμη και ορκισμένοι εχθροί συνειδητοποιούν τα όρια της δύναμής τους και μπορούν να επιλέξουν να επιλύσουν τις διαφορές μέσω διαλόγου. Υπάρχουν πολλά ιστορικά προηγούμενα.

    Εντούτοις, επειδή κάθε περίπτωση καταστροφής είναι διαφορετική πρέπει να επισημάνουμε ότι οι καταστροφές μπορούν να οδηγήσουν σε έναν μακροπρόθεσμο διάλογο μεταξύ των κρατών που βρίσκονταν σε ρήξη. Ιστορικά όμως έχει αποδειχθεί ότι αυτό συμβαίνει όταν  ένα μέρος που παρέχει βοήθεια σε περίπτωση καταστροφής σε άλλο μέρος ακολουθείται από παρόμοια αμοιβαία χειρονομία, όταν  υπάρχει αμοιβαία συναίσθηση  ότι οι γείτονες πρέπει να βοηθούν ο ένας τον άλλον σε περιόδους καταστροφής και κυρίως όταν  υπάρχει ένα ευνοϊκό ευρύτερο πλαίσιο, μια διαδικασία προσέγγισης που ακολουθεί τη φυσική καταστροφή και ευνοεί τη διατήρηση της μακροπρόθεσμης συνεργασίας. Δεν είμαι καθόλου σίγουρη ότι σε αυτή τη συγκυρία παρατηρούνται οι παραπάνω περιστάσεις.

    Έτσι το 2020 ο σεισμός 7,0 Ρίχτερ που έπληξε τις ακτές της Τουρκίας, αν και σκότωσε αρκετούς ανθρώπους, δεν συνέβαλε στη θέρμανση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Ο ανταγωνισμός για τους ενεργειακούς πόρους στην Ανατολική Μεσόγειο (που μέχρι σήμερα, λόγω και της ενεργειακής κρίσης,  είναι υψίστης οικονομικής και γεωπολιτικής αξίας) ώθησε τότε τη γείτονα να επιμένει επιθετικά στους στόχους της, χωρίς καμία διάθεση προσέγγισης. Μόλις λίγες μέρες μετά τη θερμή τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ της Τουρκικής και Ελληνικής ηγεσίας, η Τουρκία εξέδωσε νέα ναυτική προειδοποίηση παρατείνοντας την αποστολή του Oruc Reis.

    Βέβαια αυτός ο σεισμός είναι διαφορετικός. Η καταστροφή που έχει επιφέρει στη γείτονα δε συγκρίνεται με κανέναν από τους πρόσφατους σεισμούς που αυτή έχει υποστεί. Συνεπώς, ο Ερντογάν ενδεχομένως, ενόψει των δυσθεώρητων προβλημάτων και «μετώπων» που πλέον αντιμετωπίζει στο εσωτερικό, να αποφύγει άλλα μέτωπα στο εξωτερικό (τουλάχιστον για το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα).

    Εντούτοις, επειδή βρίσκεται σε προεκλογική περίοδο, δεν είναι απίθανο να λειτουργήσει και μικροπολιτικά. Και όχι προς το πραγματικό όφελος της χώρας του. Ούτως ή άλλως, ο εθνικισμός και ο αποπροσανατολισμός της τουρκικής γνώμης από τα εσωτερικά ζητήματα προς την εξωτερική πολιτική, υπήρξε μέχρι σήμερα ένα επιτυχημένο δημαγωγικό τέχνασμα του. Επισημαίνεται δε ότι όσο η εκλογική νίκη θα  φαίνεται απίθανη και η ήττα ανυπόφορη,  μια στρατιωτική ρήξη, ενδεχομένως, να χρησιμοποιηθεί ιδιοτελώς από τον Ερντογάν σαν όχημα «απόδρασης» από μια πιθανή  μετεκλογική καταστροφή.  

    Επίσης, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι τα κράτη (όχι οι λαοί!) δεν σκέφτονται ανθρώπινα, ούτε έχουν συναισθήματα. Είναι ορθολογικοί- έως και κυνικοί δρώντες- που στο διεθνές σύστημα λειτουργούν με βάση το εθνικό συμφέρον. Μεταξύ των κρατών κυριαρχεί δε το δίκαιο της ισχύος και όχι η ηθική. Όσο η Τουρκία, λοιπόν, αισθάνεται ισχυρή, θα επιθυμεί να επιβάλλει τη δύναμη της, για να εξυπηρετήσει το εθνικό της συμφέρον.

    – Είναι ανοικτό το ενδεχόμενο ο Ερντογάν να αναβάλλει τις εκλογές; Τι εκτιμάτε ως πιθανό αποτέλεσμα εφόσον τις διεξάγει στις 14 Μαΐου ή μεταγενέστερα;

    Οι σεισμοί έχουν, πράγματι, επηρεάσει τις πολιτικές εξελίξεις στην Τουρκία στο παρελθόν. Ο σεισμός του 1999 για παράδειγμα και η απογοήτευση του κόσμου για τη σχετική κυβερνητική πολιτική έφεραν και τον ίδιο τον Ερντογάν στην εξουσία.

    Δεν μπορεί κανείς να πει με βεβαιότητα ότι αυτή η καταστροφή θα του στερήσει την εκλογή αλλά είναι εύλογο ο κόσμος να επιρρίπτει ευθύνες για τη δυστυχία του στους όποιους φορείς της εξουσίας, ιδίως όταν η ανακούφιση του είναι δυσχερής και θέλει αρκετό χρόνο, αλλά οι εκλογές πλησιάζουν.

    Είναι γεγονός δε ότι οι περισσότερες από τις σεισμόπληκτες επαρχίες στο νότο της Τουρκίας είναι συντηρητικές και αποτελούν προπύργια του κόμματος του Ερντογάν. Αυτό το προπύργιο πλέον έχει όμως καταρρεύσει. Σημειωτέον, οι δέκα επαρχίες που επλήγησαν περισσότερο από τον σεισμό αντιπροσωπεύουν περίπου το 15% του πληθυσμού της Τουρκίας και ένα ανάλογο ποσοστό του συνόλου των εδρών του κοινοβουλίου, γεγονός που από μόνο του δείχνει το πιθανό «αποτύπωμα» του σεισμού στο εκλογικό αποτέλεσμα.

    Ο Τούρκος Πρόεδρος είναι πολύ δύσκολο να μπορέσει να λύσει ουσιαστικά το πρόβλημα μέσα στο επόμενο χρονικό διάστημα, ιδίως μέχρι τον Μάιο. Από την άλλη, είναι και, εν τοις πράγμασιν, περίπλοκο έως αδύνατο μέχρι το Μάιο να οργανώσει εκλογές σε αυτές τις «λεηλατημένες» από το σεισμό επαρχίες.

    Ο Ερντογάν, από την άλλη, δεν δείχνει έτοιμος να αποσυρθεί εκούσια ή ακούσια από την πολιτική ζωή της Τουρκίας. Είναι λοιπόν δεδομένο ότι δεν θα πάρει τις αποφάσεις του εν θερμώ, αλλά στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής που ενδεχομένως να επιφυλάσσει και εκπλήξεις.

    – Ποια είναι η επόμενη ημέρα για την Τουρκία από οικονομικής απόψεως και ποιο σκηνικό προοιωνίζεται για το καλοκαίρι; Πώς διαμορφώνονται οι σχέσεις με ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ στον απόηχο των σεισμών;

    Αυτό το έτος θα αποτελέσει κρίσιμο σημείο καμπής για την Τουρκία καθώς ο σεισμός θα αφήσει ανεξίτηλο αποτύπωμα στην οικονομία της Τουρκίας. Μια οικονομία χειμαζόμενη εδώ και καιρό. Η οικονομική παρακμή της Τουρκίας έχει ήδη τροφοδοτηθεί από έναν συνδυασμό υψηλών παγκόσμιων τιμών ενέργειας, της πανδημίας Covid-19 και του πολέμου στην Ουκρανία και, κυρίως, από τις οικονομικές πολιτικές του Ερντογάν που έχουν καταπνίξει τα επιτόκια παρά τον εκτοξευόμενο πληθωρισμό, οδηγώντας την τουρκική λίρα σε χαμηλό ρεκόρ έναντι του δολαρίου. Τα αποθέματα συναλλάγματος της Τουρκίας μειώθηκαν απότομα τα τελευταία χρόνια και το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της Άγκυρας έχει αυξηθεί.

    Ο Ερντογάν ζήτησε τις εκλογές στις αρχές Μαΐου εν μέσω εθνικής οικονομικής ύφεσης υιοθετώντας αμφιλεγόμενες πολιτικές σταθεροποίησης του νομίσματος μέχρι τις εκλογές, πιστεύοντας ότι ενδεχομένως με τις προεκλογικές υποσχέσεις θα εξασφαλίσει άλλη μια θητεία στην εξουσία προτού η τουρκική οικονομία δείξει τις πραγματικές αντοχές της.

    Εντούτοις, οι δημοσιονομικές προεκλογικές υποσχέσεις του Ερντογάν, όπως η αύξηση των μισθών και η μείωση της ηλικίας συνταξιοδότησης είναι απίθανο να μπορέσουν πλέον να εφαρμοστούν, καθώς θα πρέπει να κατευθυνθούν περισσότεροι δημόσιοι πόροι για την ανοικοδόμηση ολόκληρων πόλεων και κωμοπόλεων.

    Σε διεθνές επίπεδο, το μέλλον της Τουρκίας θα επηρεάσει, αναμφίβολα, τον πόλεμο στην Ουκρανία, δεδομένου του ρόλου του Ερντογάν ως μεσολαβητή μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας. Η Τουρκία, εξάλλου, αν και μέλος του ΝΑΤΟ μέχρι σήμερα έδειχνε τη διάθεση να κινείται από θέση ισχύος, υιοθετώντας επιθετικό και αντιδραστικό ύφος στην ένταξη της Σουηδίας και της Φινλανδίας στην ισχυρή αμυντική συμμαχία. Είναι όμως πλέον αμφίβολο, αν μετά το σεισμό θα έχει την ίδια ισχύ (τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον).

    Πάντως, ο σεισμός ενδεχομένως να προσφέρει στον Ερντογάν την ευκαιρία να ξανασκεφτεί τις σχέσεις της Τουρκίας με τους Κούρδους στην Τουρκία και τη Συρία. Μια νέα ειρηνευτική πρωτοβουλία θα τον βοηθούσε να μεταβάλει και τη διεθνή εικόνα του που τον τελευταίο χρονικό διάστημα έχει «τσαλακωθεί» αρκετά σε επίπεδο ΝΑΤΟ και ΕΕ, λόγω του αναθεωρητισμού και των αμφιλεγόμενων χειρισμών του σε ζητήματα δημοκρατίας και δικαιωμάτων.

    Από την άλλη, όντας σε προεκλογικό «πυρετό», που μέχρι χθες προσπαθούσε να αντιμετωπίσει με εθνικιστικά πυροτεχνήματα δεν μοιάζει πολύ πιθανό να αλλάξει στάση και προφίλ εξωτερικής πολιτικής. Πώς θα μπορούσε να πείσει το τουρκικό κοινό του μετά από μια τέτοια μεταστροφή; Εκτός και αν η κυβέρνηση Μπάιντεν διαμεσολαβούσε αποφασιστικά στον τερματισμό του πολέμου της Τουρκίας κατά των Κούρδων.

    Εν γένει, οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν ασκώντας τη διπλωματική και οικονομική τους δύναμη να συμβάλουν στην οικοδόμηση της ειρήνης στην περιοχή, στον απόηχο αυτής της φυσικής καταστροφής. Και αυτό θα ήταν μια ευνοϊκή συγκυρία και για το ΝΑΤΟ, που θα μπορούσε, πλέον, να «αγκαλιάσει» το μέχρι πρότινος άτακτο μέλος του, καθώς δεν επιθυμεί, με κανένα τρόπο να το δει, σε αυτή τη φάση που μαίνεται ο πόλεμος Ουκρανίας-Ρωσίας, στην αγκαλιά της τελευταίας. Πρωτίστως όμως πρέπει η γείτονα να δείξει πραγματική διάθεση συμβιβασμού και προσέγγισης.

    – Βλέπετε τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία το 2023 και αν ναι με ποιόν νικητή; Ποιο θα είναι το μέλλον της χώρας, ιδιαίτερα όσον αφορά το σενάριο ένταξης στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση;

     

    Όπως έχει εύστοχα επισημανθεί από τον Θουκυδίδη στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, ο πόλεμος όσο γίνεται μακρύτερος, τόσο η έκβασή του καταντάει να εξαρτάται από τυχαία περιστατικά. Το πιθανότερο είναι ότι ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία θα συνεχιστεί. Θα μπορούσε, ενδεχομένως, να τελειώσει σύντομα από αναπάντεχα περιστατικά, όπως μια αλλαγή καθεστώτος στο Κρεμλίνο ή την ξαφνική κατάρρευση του ρωσικού στρατού.

    Πρέπει δε να επισημανθεί ότι από την αρχή του πολέμου μέχρι σήμερα έχουν επέλθει πολλές διεθνείς μεταβολές και κυρίως έχει αλλάξει η στάση της Δύσης. Η Δύση έχει περάσει πολλές κόκκινες γραμμές της κυρίως όσον αφορά στη φανερή και παρασκηνιακή βοήθεια προς την Ουκρανία. Όπως φαίνεται, πάντως, η Δύση θα συνεχίσει να διασφαλίζει ότι οι ουκρανικές δυνάμεις θα διατηρήσουν την πρόσβαση σε όπλα και σε πληροφορίες δυτικών μυστικών υπηρεσιών. Από την άλλη πλευρά, η ρωσική ρητορική καθώς και ο τρόπος με τον οποίο ενισχύει τις θέσεις της στα κατεχόμενα δείχνουν ότι δεν έχει παρεκκλίνει από τον διακηρυγμένο στόχο της, να υποτάξει την Ουκρανία με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

    Το σκηνικό μπορεί να διαμορφωθεί σε έναν μακρόσυρτο, φθοροποιό πόλεμο. Αλλά οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής δεν πρέπει να παραβλέψουν απρόοπτα που μπορεί να φαίνονται απίθανα, αλλά θα μπορούσαν να τερματίσουν τον πόλεμο νωρίτερα.

    Πάντως σε έναν πόλεμο τόσο βάναυσο και τόσο παρατεταμένο δεν υπάρχουν νικητές. Το κόστος είναι αφόρητα υψηλό και για τις δύο πλευρές και τα τραύματα, αν και δύσκολα συγκρίσιμα, θα έχουν διαρκή αντίκτυπο.

    Ακόμη δε και αν νικήσει η Ρωσία, στην πραγματικότητα το κόστος της θα είναι μεγάλο και η ζημία για αυτήν μακροπρόθεσμη. Κυρίως γιατί βάζοντας το μαχαίρι στο λαιμό της Ευρώπης με τον ενεργειακό εκβιασμό, επίσπευσε όλες τις προσπάθειες της τελευταίας να απεξαρτηθεί από τη ρωσική ενέργεια. Και αυτό θα έχει και μετά τη λήξη του πολέμου τον αντίκτυπο του στην ήδη καταπονημένη από τις κυρώσεις οικονομία της, καθώς η μέχρι σήμερα δεσπόζουσα θέση της στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας της εξασφάλιζε και οικονομική και γεωπολιτική ισχύ.

    Από την άλλη, οι ΗΠΑ φαίνεται να κερδίζουν από αυτόν τον πόλεμο. Και δεν κερδίζουν μόνο από τον σταδιακό περιορισμό της ενεργειακής εξάρτησης της Ευρώπης (τον οποίο πάντα επιθυμούσαν διακαώς, καθώς το Κρεμλίνο χρησιμοποιούσε το ενεργειακό «μονοπώλιο» στην Ευρώπη σαν γεωπολιτικό όπλο) αλλά κυρίως από τη μακροχρόνια φθορά ενός ισχυρού αντιπάλου. Η μελλοντική στάση των ΗΠΑ και, πιο συγκεκριμένα ο βαθμός της εμπλοκής τους στον πόλεμο, είναι αναμφίβολα η συνιστώσα που θα κρίνει και την έκβαση του.

    Η δε έκβαση του πολέμου είναι και στενά συνυφασμένη με τη μελλοντική θέση της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Πιο συγκεκριμένα, στην όποια έκβαση – με εξαίρεση τη λιγότερο πιθανή ολοκληρωτική ήττα και υποχώρηση της Ρωσίας – η σύμβαση που θα επισφραγίσει τον πόλεμο θα εμπεριέχει, πιθανότατα, ρήτρα μη προσχώρησης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ και, κατά δεύτερο λόγο, στην ΕΕ (κυρίως γιατί μέσα από την Ουκρανία διέρχονται ρωσικοί αγωγοί ενεργειακής τροφοδοσίας της Ευρώπης, τους οποίους η Ρωσία επιθυμεί να ελέγχει εξολοκλήρου). Άλλωστε, η ενδεχόμενη προσχώρηση της Ουκρανίας στους δυο αυτούς διεθνείς οργανισμούς υπήρξε και γενεσιουργό αίτιο της ρωσο-ουκρανικής ρήξης.

    – Με τη ρητορική να κλιμακώνεται, αλλά και επί του πεδίου να γίνονται δράσεις, όπως η επιδρομή με drone στο Ισφαχάν που πιστώνεται στη Μοσάντ, θεωρείτε πιθανό ένα Ισραηλινό χτύπημα στο Ιράν;

    Μπορεί το Ισραήλ να αρνείται να στείλει οπλισμό στην Ουκρανία –επικαλούμενο τις δικές του αμυντικές ανάγκες στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής–, ωστόσο φαίνεται ότι βοηθάει το Κίεβο στο παρασκήνιο. Προσπαθώντας να διατηρήσει ίσες αποστάσεις μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας και να μην εξοργίσει το Κρεμλίνο, το Ισραήλ είναι, εν τέλει, πιο ενεργό απ’ ό,τι φαίνεται. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και ο βομβαρδισμός εργοστασίου κατασκευής drones στο ΙΡΑΝ.

    Και φυσικά το Ιράν είναι διαρκώς στο στόχαστρο του Ισραήλ, γεγονός που αναμφίβολα σχετίζεται και με την επιθυμία των ΗΠΑ να περιορίσει τις στρατιωτικές φιλοδοξίες της Τεχεράνης αλλά και τη συνεργασία της τελευταίας με τη Μόσχα, εντούτοις το χτύπημα που, όπως όλα δείχνουν, ενορχηστρώθηκε από τις ισραηλινές δυνάμεις βοηθάει την Ουκρανία καθώς στερεί από τις ρωσικές δυνάμεις ένα από τα βασικά της όπλα, τα Shahed-136. Και δεν είναι η πρώτη φορά που το Ισραήλ πλήττει επανειλημμένως στρατιωτικές εγκαταστάσεις της Τεχεράνης, που κατασκευάζουν κυρίως πυραύλους και drones.

    Η πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ για τη Μέση Ανατολή κυριαρχήθηκε από την υποστήριξη προς το Ισραήλ και τη Σαουδική Αραβία και από προσπάθειες υπονόμευσης του Ιράν, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι οι ΗΠΑ θα ήθελαν πραγματικά μια ανάφλεξη στην περιοχή. Τους ήταν όμως πολύ σημαντική η δημιουργία στρατηγικής εταιρικής σχέσης του Ισραήλ με τα αραβικά κράτη του Κόλπου για την ανάσχεση του Ιράν (που επισημοποιήθηκε με τη δημιουργία διπλωματικών σχέσεων με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Μπαχρέιν) και η δυνατότητα να ακολουθήσουν περισσότερες συμφωνίες ομαλοποίησης της ρευστότητας στην περιοχή. Η κυβέρνηση Μπάιντεν υπόσχεται να είναι πιο ήπια στην προσέγγισή της στο θέμα, αλλά το αν μια αλλαγή στην πολιτική των ΗΠΑ θα έχει ουσιαστικό αντίκτυπο, μένει να φανεί.

    Κατ’ επέκταση, τα όποια ενδεχόμενα, μελλοντικά χτυπήματα του Ισραήλ στο Ιράν, αν συμβούν, θα εντάσσονται στο πλαίσιο της ανάσχεσης της γεωπολιτικής ενδυνάμωσης του ΙΡΑΝ και στην αποδυνάμωση της Ρωσίας και όχι στη πρόκληση μιας νέας περιφερειακής σύγκρουσης.

    Οι αλλαγές στην κατανομή ισχύος σε μια περιοχή είναι εκείνες που προκαλούν επικίνδυνες δονήσεις και στρατιωτικές ρήξεις. Οι ΗΠΑ, λοιπόν, προκειμένου να διασφαλίσουν την ηγεμονία τους – τουλάχιστον όσο μαίνεται στην Ευρώπη η σύγκρουση Ρωσίας Ουκρανίας – θα επιχειρήσουν να αποτρέψουν οποιαδήποτε αλλαγή στην ισορροπία δυνάμεων σε άλλες, νευραλγικές για την ασφάλεια τους περιοχές, όπως είναι και η συγκεκριμένη περιοχή.

    – Η υπόθεση του κινεζικού κατασκοπευτικού μπαλονιού που οδήγησε και στην ακύρωση της επίσκεψης του Αμερικανού ΥΠΕΞ στο Πεκίνο έχει προκαλέσει πολλά ερωτηματικά για την πορεία των σχέσεων με την Κίνα. Υπό το πρίσμα και των δηλώσεων Αμερικανού πτέραρχου για πόλεμο ΗΠΑ-Κίνας τα επόμενα δύο χρόνια, θεωρείτε πιθανό ένα τέτοιο ενδεχόμενο;

    Η συγκεκριμένη υπόθεση αποδεικνύει, δίχως άλλο, ότι ήδη μαίνεται ένας ψυχρός πόλεμος ΗΠΑ- Κίνας. Στο παρελθόν, η Κίνα αν και «γίγαντας» υιοθετούσε στο διεθνές, γεωπολιτικό σκηνικό ένα προφίλ «νάνου», προφανώς για να μην προκαλέσει γεωπολιτική ανησυχία στην υπερδύναμη που ενδεχομένως να της στοίχιζε σε πολλά επίπεδα.

    Πλέον, βέβαια, εδώ και αρκετά χρόνια, το οικονομικό και γεωπολιτικό της εκτόπισμα δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο αλλά και μετά από τον πόλεμο Ρωσίας- Ουκρανίας το διεθνές σκηνικό έχει αλλάξει. Υπάρχουν οι λόγοι που θα μπορούσαν να προκαλέσουν μια εμπόλεμη ρήξη ΗΠΑ- ΚΙΝΑΣ και τον πιο βασικό τον περιέγραψα σε προηγούμενη ερώτηση σας: Πόλεμος πάντα συμβαίνει όταν αλλάζει η κατανομή ισχύος σε μια περιοχή και κυρίως όταν ένα κράτος ενδυναμώνεται τόσο πολύ που προκαλεί ανασφάλεια σε εκείνο ή σε εκείνα τα κράτη που μέχρι πρότινος ήταν τα ισχυρά ή εξίσου ισχυρά. Αυτό το περιέγραψε πρώτος ο Θουκυδίδης με το Πελοποννησιακό πόλεμο, αφήνοντας έτσι παγκόσμια παρακαταθήκη στην ανθρωπότητα: Η ενδυνάμωση της Αθήνας προκάλεσε ανασφάλεια στη Σπάρτη που κινήθηκε εν τέλει εναντίον της. Στο ίδιο πλαίσιο η ενδυνάμωση της Κίνας δημιουργεί ανασφάλεια στις ηγεμονικές ΗΠΑ.

    Παρόλα αυτά η ιστορία έχει αποδείξει ότι ο ψυχρός πόλεμος – αν και χαρακτηρίζεται από μια διαρκή «απειλή» πολέμου – μπορεί να σηματοδοτεί και μια περίοδο μακράς σταθερότητας, στο πλαίσιο της οποίας ο θερμός πόλεμος συνεχώς θα αποφεύγεται μέσα από τη διπλωματική συνεννόηση αλλά και τη διαρκή αλληλο-αποτροπή. Νομίζω ότι σε αυτή τη φάση θα πορευθούμε σε μια τέτοια περίοδο, ενός παρατεταμένου νέου ψυχρού πολέμου ΗΠΑ-ΚΙΝΑΣ.

    – Ποια τα διδάγματα από τον πόλεμο στην Ουκρανία σε διπλωματικό-στρατιωτικό επίπεδο, τόσο για την Ελλάδα όσο και σε διεθνές επίπεδο; Πόσο πιθανή είναι μια γενικευμένη κλιμάκωση με χρήση Όπλων Μαζικής Καταστροφής;

     

    Είναι γεγονός ότι και αυτός ο πόλεμος μας δίδαξε ό, τι και όλοι οι προηγούμενοι. Κατά αρχάς, για άλλη μια φορά αποδεικνύεται ότι οι διακρατικές σχέσεις ρυθμίζονται κυρίως από το δίκαιο της ισχύος και λιγότερο από το διεθνές δίκαιο. Το δίκαιο και το ηθικό ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ ίσων κρατών, αλλά μεταξύ ενός ισχυρού και ενός λιγότερο ισχυρού κράτους, το διεθνές δίκαιο υποτάσσεται στο δίκαιο της ισχύος.

    Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και πρέπει να αναλύεται η επίθεση της ισχυρής Ρωσίας στην Ουκρανία και η επιβολή διεθνών κυρώσεων στο Κρεμλίνο, που όμως – παρά τις επιταγές του διεθνούς δικαίου- δεν υιοθετήθηκαν από όλα τα κράτη.

    Πρέπει λοιπόν να έχουμε κατά νου – και εμείς οι Έλληνες που έχουμε έναν μόνιμο δυνάμει αντίπαλο ante portas, ότι πρέπει να ενισχύουμε με κάθε τρόπο την αποτρεπτική μας δύναμη, με τη συνεχή αύξηση αφενός της στρατιωτικής μας ισχύος και αφετέρου των συμμαχιών μας. Όποιος εξαρτά την εθνική του ασφάλεια και την εξυπηρέτηση του εθνικού του συμφέροντος αποκλειστικά από το διεθνές δίκαιο δεν το εξυπηρετεί σωστά. Και κυρίως δεν αποτρέπει αποφασιστικά τον αντίπαλο.

    Μια μορφή αποτροπής είναι και η αποτροπή μέσω της χρήσης όπλων μαζικής καταστροφής και ειδικότερα πυρηνικών όπλων. Για αυτό και η απειλή και μόνο απόκτησης τους δημιουργεί φόβο στα άλλα κράτη που συχνά συνασπίζονται, για να την αποτρέψουν. Η γνώση, όμως, της ολοκληρωτικής καταστροφής που επιφέρουν αποδυναμώνει, εν τέλει, το ίδιο το επιχείρημα της αποτροπής, καθώς όλοι κατανοούν ότι πολύ δύσκολα μια ηγεσία θα έπαιρνε την απόφαση χρήσης τους. Εξάλλου, επειδή η χρήση πυρηνικών όπλων, εν προκειμένω, από τη Ρωσία σε βάρος της Ουκρανίας λόγω άμεσης γειτνίασης των δύο χωρών, θα είχε καταστροφικό αποτύπωμα, δίχως άλλο, και στο ρωσικό λαό η εσκεμμένη χρήση πυρηνικών (και όχι το ατύχημα) μοιάζει μάλλον απίθανη.

    *Η Ασπασία (Σίσσυ) Αλιγιζάκη είναι απόφοιτος της Φιλολογίας και της Νομικής Αθηνών, κάτοχος δύο μεταπτυχιακών τίτλων, διδάκτωρ Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών και μεταδιδακτορική ερευνήτρια σε θέματα διεθνών σχέσεων και ενεργειακών δικτύων. Είναι δικηγόρος Πειραιώς και ακαδημαϊκός. Διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και είναι εγκεκριμένη καθηγήτρια του Τμήματος Νομικής του Γαλλικού  Πανεπιστημίου της Σορβόννης, Sorbonne Paris Nord. Έχει εκπαιδευτική εμπειρία καθώς και πλούσιο ερευνητικό και συγγραφικό έργο στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο και στις Διεθνείς Σχέσεις. Διατελεί Αντιδήμαρχος Πειραιά στους τομείς της Παιδείας και της Δια Βίου Μάθησης.

    ΠΗΓΗ

  • Άλλα

    Συνεντεύξεις 13.02.2023 – 09:53

     Ενημερώθηκε στις: 13.02.2023 – 19:22

    Δρ. Ασπασία Αλιγιζάκη στο ΠΕΝΤΑΠΟΣΤΑΓΜΑ: Ο Ερντογάν θα πάρει αποφάσεις στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής που ενδεχομένως επιφυλάσσει εκπλήξεις

    Ευάγγελος Δ. Κόκκινος

    115

    Στον απόηχο των καταστροφικών σεισμών σε Τουρκία-Συρία, η διδάκτωρ Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς αναλύει την επόμενη μέρα για τα ελληνοτουρκικά- Αναλυτικά οι εκτιμήσεις για τον πόλεμο στην Ουκρανία και τους ανταγωνισμούς σε Μέση Ανατολή και Ινδο-Ειρηνικό

    Συνέντευξη στον Ευάγγελο Δ. Κόκκινο

    Subscribe to Youtube

    Δρ Ασπασία Αλιγιζάκη_ Ο Ερντογάν θα πάρει αποφάσεις που ενδεχομένως επιφυλάσσουν εκπλήξεις

    «Είναι δύσκολο, να προβλέψει κανείς εάν αυτή τη φορά θα είναι ο σεισμός αυτός αρκετός, ώστε ο Ερντογάν να ρίξει τους μέχρι σήμερα εχθρικούς τόνους», αναφέρει στην αποκλειστική συνέντευξη που παραχώρησε στο Πενταπόσταγμα, η Δρ. Ασπασία Αλιγιζάκη*, διδάκτωρ Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και αντιδήμαρχος Πειραιά.

    Υπενθύμισε τη γέννηση της «σεισμικής ή αντισεισμικής διπλωματίας» ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία μετά τους σεισμούς του 1999, η οποία οδήγησε σε μια μακρόχρονη ύφεση της τεταμένης μέχρι τότε κατάστασης στις σχέσεις με τη γείτονα. 

    «Ο Ερντογάν ενδεχομένως, ενόψει των δυσθεώρητων προβλημάτων και «μετώπων» που πλέον αντιμετωπίζει στο εσωτερικό, να αποφύγει άλλα μέτωπα στο εξωτερικό (τουλάχιστον για το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα)»τονίζει η κα. Αλιγιζάκη και προσθέτει, ωστόσο, πως «επειδή βρίσκεται σε προεκλογική περίοδο, δεν είναι απίθανο να λειτουργήσει και μικροπολιτικά».

    «Όσο η Τουρκία αισθάνεται ισχυρή, θα επιθυμεί να επιβάλλει τη δύναμη της, για να εξυπηρετήσει το εθνικό της συμφέρον»

    Αναλύοντας τις πολιτικές επιπτώσεις των σεισμών στην προεκλογική πορεία του Ερντογάν, η κα. Αλιγιζάκη επεσήμανε πως ο σεισμός του 1999 και η απογοήτευση του κόσμου για τη σχετική κυβερνητική πολιτική έφεραν και τον ίδιο τον Ερντογάν στην εξουσία.  Βεβαιώνει παράλληλα, ότι «ο Ερντογάν δεν θα πάρει τις αποφάσεις του εν θερμώ, αλλά στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής που ενδεχομένως να επιφυλάσσει και εκπλήξεις».

    Επιπροσθέτως, αναφέρει πως «αυτό το έτος θα αποτελέσει κρίσιμο σημείο καμπής για την Τουρκία καθώς ο σεισμός θα αφήσει ανεξίτηλο αποτύπωμα στην οικονομία της Τουρκίας. Μια οικονομία χειμαζόμενη εδώ και καιρό». «Όντας σε προεκλογικό «πυρετό» [ο Ερντογάν], που μέχρι χθες προσπαθούσε να αντιμετωπίσει με εθνικιστικά πυροτεχνήματα δεν μοιάζει πολύ πιθανό να αλλάξει στάση και προφίλ εξωτερικής πολιτικής», συμπληρώνει η ίδια.

    Αναφορικά με τον πόλεμο στην Ουκρανία, η κα. Αλιγιζάκη εκτιμά πως «το πιθανότερο είναι ότι ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία θα συνεχιστεί». Όπως αναφέρει, «η έκβαση του πολέμου είναι και στενά συνυφασμένη με τη μελλοντική θέση της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Πιο συγκεκριμένα, στην όποια έκβαση – με εξαίρεση τη λιγότερο πιθανή ολοκληρωτική ήττα και υποχώρηση της Ρωσίας – η σύμβαση που θα επισφραγίσει τον πόλεμο θα εμπεριέχει, πιθανότατα, ρήτρα μη προσχώρησης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ και, κατά δεύτερο λόγο, στην ΕΕ (κυρίως γιατί μέσα από την Ουκρανία διέρχονται ρωσικοί αγωγοί ενεργειακής τροφοδοσίας της Ευρώπης, τους οποίους η Ρωσία επιθυμεί να ελέγχει εξολοκλήρου)».

    «Η ενδεχόμενη προσχώρηση της Ουκρανίας στους δυο αυτούς διεθνείς οργανισμούς υπήρξε και γενεσιουργό αίτιο της ρωσο-ουκρανικής ρήξης»

    Με αφορμή και την πρόσφατη επιδρομή με drone στο Ισφαχάν του Ιράν που πιστώνεται στην ισραηλινή Μοσάντ, η κα. Αλιγιζάκη, εκτιμά πως «τα όποια ενδεχόμενα, μελλοντικά χτυπήματα του Ισραήλ στο Ιράν, αν συμβούν, θα εντάσσονται στο πλαίσιο της ανάσχεσης της γεωπολιτικής ενδυνάμωσης του ΙΡΑΝ και στην αποδυνάμωση της Ρωσίας και όχι στη πρόκληση μιας νέας περιφερειακής σύγκρουσης».

    Παράλληλα, για τις ανανεωμένες εντάσεις ΗΠΑ-Κίνας μετά και την υπόθεση του κατασκοπευτικού μπαλονιού, η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Πειραιώς, ξεκαθαρίζει ότι «ήδη μαίνεται ένας ψυχρός πόλεμος ΗΠΑ- Κίνας». «Νομίζω ότι σε αυτή τη φάση θα πορευθούμε σε μια περίοδο, ενός παρατεταμένου νέου ψυχρού πολέμου ΗΠΑ-ΚΙΝΑΣ», προσθέτει.

    Τέλος, αναλύοντας τα έως τώρα διδάγματα από τον πόλεμο στην Ουκρανία, αλλά και το ενδεχόμενο χρήσης Όπλων Μαζικής Καταστροφής (ΟΜΚ), η κα. Αλιγιζάκη λέει πως «το δίκαιο και το ηθικό ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ ίσων κρατών, αλλά μεταξύ ενός ισχυρού και ενός λιγότερο ισχυρού κράτους, το διεθνές δίκαιο υποτάσσεται στο δίκαιο της ισχύος».

    «Η γνώση, όμως, της ολοκληρωτικής καταστροφής που επιφέρουν [τα ΟΜΚ] αποδυναμώνει, εν τέλει, το ίδιο το επιχείρημα της αποτροπής, καθώς όλοι κατανοούν ότι πολύ δύσκολα μια ηγεσία θα έπαιρνε την απόφαση χρήσης τους», καταλήγει.

    Αναλυτικά η συνέντευξη:

     

    – Πως εκτιμάτε ότι θα εξελιχθούν οι Ελληνοτουρκικές σχέσεις μετά και τους πρόσφατους σεισμούς; Πόσο χρόνο θα πάρει στην τουρκική ηγεσία να αρχίσει εκ νέου τις απειλές έναντι της Ελλάδας;

    Είναι γεγονός ότι το 1999, τρία χρόνια μετά την κρίση των Ιμίων, οι δυο σεισμοί, στην Τουρκία και στη χώρα μας, γέννησαν τη λεγόμενη «σεισμική ή αντισεισμική διπλωματία», η οποία οδήγησε σε μια μακρόχρονη ύφεση της τεταμένης μέχρι τότε κατάστασης στις σχέσεις με τη γείτονα. Είναι δύσκολο, όμως, να προβλέψει κανείς εάν αυτή τη φορά θα είναι ο σεισμός αυτός αρκετός, ώστε ο Ερντογάν να ρίξει τους μέχρι σήμερα εχθρικούς τόνους.

    Πράγματι, όπως έχει αποδειχθεί ιστορικά οι φυσικές καταστροφές, μπορούν να οδηγήσουν σε μια μακροπρόθεσμη συνεργασία. Οι φυσικές καταστροφές επηρεάζουν την ψυχολογία των ανθρώπων. Ακόμη και ορκισμένοι εχθροί συνειδητοποιούν τα όρια της δύναμής τους και μπορούν να επιλέξουν να επιλύσουν τις διαφορές μέσω διαλόγου. Υπάρχουν πολλά ιστορικά προηγούμενα.

    Εντούτοις, επειδή κάθε περίπτωση καταστροφής είναι διαφορετική πρέπει να επισημάνουμε ότι οι καταστροφές μπορούν να οδηγήσουν σε έναν μακροπρόθεσμο διάλογο μεταξύ των κρατών που βρίσκονταν σε ρήξη. Ιστορικά όμως έχει αποδειχθεί ότι αυτό συμβαίνει όταν  ένα μέρος που παρέχει βοήθεια σε περίπτωση καταστροφής σε άλλο μέρος ακολουθείται από παρόμοια αμοιβαία χειρονομία, όταν  υπάρχει αμοιβαία συναίσθηση  ότι οι γείτονες πρέπει να βοηθούν ο ένας τον άλλον σε περιόδους καταστροφής και κυρίως όταν  υπάρχει ένα ευνοϊκό ευρύτερο πλαίσιο, μια διαδικασία προσέγγισης που ακολουθεί τη φυσική καταστροφή και ευνοεί τη διατήρηση της μακροπρόθεσμης συνεργασίας. Δεν είμαι καθόλου σίγουρη ότι σε αυτή τη συγκυρία παρατηρούνται οι παραπάνω περιστάσεις.

    Έτσι το 2020 ο σεισμός 7,0 Ρίχτερ που έπληξε τις ακτές της Τουρκίας, αν και σκότωσε αρκετούς ανθρώπους, δεν συνέβαλε στη θέρμανση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Ο ανταγωνισμός για τους ενεργειακούς πόρους στην Ανατολική Μεσόγειο (που μέχρι σήμερα, λόγω και της ενεργειακής κρίσης,  είναι υψίστης οικονομικής και γεωπολιτικής αξίας) ώθησε τότε τη γείτονα να επιμένει επιθετικά στους στόχους της, χωρίς καμία διάθεση προσέγγισης. Μόλις λίγες μέρες μετά τη θερμή τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ της Τουρκικής και Ελληνικής ηγεσίας, η Τουρκία εξέδωσε νέα ναυτική προειδοποίηση παρατείνοντας την αποστολή του Oruc Reis.

    Βέβαια αυτός ο σεισμός είναι διαφορετικός. Η καταστροφή που έχει επιφέρει στη γείτονα δε συγκρίνεται με κανέναν από τους πρόσφατους σεισμούς που αυτή έχει υποστεί. Συνεπώς, ο Ερντογάν ενδεχομένως, ενόψει των δυσθεώρητων προβλημάτων και «μετώπων» που πλέον αντιμετωπίζει στο εσωτερικό, να αποφύγει άλλα μέτωπα στο εξωτερικό (τουλάχιστον για το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα).

    Εντούτοις, επειδή βρίσκεται σε προεκλογική περίοδο, δεν είναι απίθανο να λειτουργήσει και μικροπολιτικά. Και όχι προς το πραγματικό όφελος της χώρας του. Ούτως ή άλλως, ο εθνικισμός και ο αποπροσανατολισμός της τουρκικής γνώμης από τα εσωτερικά ζητήματα προς την εξωτερική πολιτική, υπήρξε μέχρι σήμερα ένα επιτυχημένο δημαγωγικό τέχνασμα του. Επισημαίνεται δε ότι όσο η εκλογική νίκη θα  φαίνεται απίθανη και η ήττα ανυπόφορη,  μια στρατιωτική ρήξη, ενδεχομένως, να χρησιμοποιηθεί ιδιοτελώς από τον Ερντογάν σαν όχημα «απόδρασης» από μια πιθανή  μετεκλογική καταστροφή.  

    Επίσης, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι τα κράτη (όχι οι λαοί!) δεν σκέφτονται ανθρώπινα, ούτε έχουν συναισθήματα. Είναι ορθολογικοί- έως και κυνικοί δρώντες- που στο διεθνές σύστημα λειτουργούν με βάση το εθνικό συμφέρον. Μεταξύ των κρατών κυριαρχεί δε το δίκαιο της ισχύος και όχι η ηθική. Όσο η Τουρκία, λοιπόν, αισθάνεται ισχυρή, θα επιθυμεί να επιβάλλει τη δύναμη της, για να εξυπηρετήσει το εθνικό της συμφέρον.

    – Είναι ανοικτό το ενδεχόμενο ο Ερντογάν να αναβάλλει τις εκλογές; Τι εκτιμάτε ως πιθανό αποτέλεσμα εφόσον τις διεξάγει στις 14 Μαΐου ή μεταγενέστερα;

    Οι σεισμοί έχουν, πράγματι, επηρεάσει τις πολιτικές εξελίξεις στην Τουρκία στο παρελθόν. Ο σεισμός του 1999 για παράδειγμα και η απογοήτευση του κόσμου για τη σχετική κυβερνητική πολιτική έφεραν και τον ίδιο τον Ερντογάν στην εξουσία.

    Δεν μπορεί κανείς να πει με βεβαιότητα ότι αυτή η καταστροφή θα του στερήσει την εκλογή αλλά είναι εύλογο ο κόσμος να επιρρίπτει ευθύνες για τη δυστυχία του στους όποιους φορείς της εξουσίας, ιδίως όταν η ανακούφιση του είναι δυσχερής και θέλει αρκετό χρόνο, αλλά οι εκλογές πλησιάζουν.

    Είναι γεγονός δε ότι οι περισσότερες από τις σεισμόπληκτες επαρχίες στο νότο της Τουρκίας είναι συντηρητικές και αποτελούν προπύργια του κόμματος του Ερντογάν. Αυτό το προπύργιο πλέον έχει όμως καταρρεύσει. Σημειωτέον, οι δέκα επαρχίες που επλήγησαν περισσότερο από τον σεισμό αντιπροσωπεύουν περίπου το 15% του πληθυσμού της Τουρκίας και ένα ανάλογο ποσοστό του συνόλου των εδρών του κοινοβουλίου, γεγονός που από μόνο του δείχνει το πιθανό «αποτύπωμα» του σεισμού στο εκλογικό αποτέλεσμα.

    Ο Τούρκος Πρόεδρος είναι πολύ δύσκολο να μπορέσει να λύσει ουσιαστικά το πρόβλημα μέσα στο επόμενο χρονικό διάστημα, ιδίως μέχρι τον Μάιο. Από την άλλη, είναι και, εν τοις πράγμασιν, περίπλοκο έως αδύνατο μέχρι το Μάιο να οργανώσει εκλογές σε αυτές τις «λεηλατημένες» από το σεισμό επαρχίες.

    Ο Ερντογάν, από την άλλη, δεν δείχνει έτοιμος να αποσυρθεί εκούσια ή ακούσια από την πολιτική ζωή της Τουρκίας. Είναι λοιπόν δεδομένο ότι δεν θα πάρει τις αποφάσεις του εν θερμώ, αλλά στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής που ενδεχομένως να επιφυλάσσει και εκπλήξεις.

    – Ποια είναι η επόμενη ημέρα για την Τουρκία από οικονομικής απόψεως και ποιο σκηνικό προοιωνίζεται για το καλοκαίρι; Πώς διαμορφώνονται οι σχέσεις με ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ στον απόηχο των σεισμών;

    Αυτό το έτος θα αποτελέσει κρίσιμο σημείο καμπής για την Τουρκία καθώς ο σεισμός θα αφήσει ανεξίτηλο αποτύπωμα στην οικονομία της Τουρκίας. Μια οικονομία χειμαζόμενη εδώ και καιρό. Η οικονομική παρακμή της Τουρκίας έχει ήδη τροφοδοτηθεί από έναν συνδυασμό υψηλών παγκόσμιων τιμών ενέργειας, της πανδημίας Covid-19 και του πολέμου στην Ουκρανία και, κυρίως, από τις οικονομικές πολιτικές του Ερντογάν που έχουν καταπνίξει τα επιτόκια παρά τον εκτοξευόμενο πληθωρισμό, οδηγώντας την τουρκική λίρα σε χαμηλό ρεκόρ έναντι του δολαρίου. Τα αποθέματα συναλλάγματος της Τουρκίας μειώθηκαν απότομα τα τελευταία χρόνια και το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της Άγκυρας έχει αυξηθεί.

    Ο Ερντογάν ζήτησε τις εκλογές στις αρχές Μαΐου εν μέσω εθνικής οικονομικής ύφεσης υιοθετώντας αμφιλεγόμενες πολιτικές σταθεροποίησης του νομίσματος μέχρι τις εκλογές, πιστεύοντας ότι ενδεχομένως με τις προεκλογικές υποσχέσεις θα εξασφαλίσει άλλη μια θητεία στην εξουσία προτού η τουρκική οικονομία δείξει τις πραγματικές αντοχές της.

    Εντούτοις, οι δημοσιονομικές προεκλογικές υποσχέσεις του Ερντογάν, όπως η αύξηση των μισθών και η μείωση της ηλικίας συνταξιοδότησης είναι απίθανο να μπορέσουν πλέον να εφαρμοστούν, καθώς θα πρέπει να κατευθυνθούν περισσότεροι δημόσιοι πόροι για την ανοικοδόμηση ολόκληρων πόλεων και κωμοπόλεων.

    Σε διεθνές επίπεδο, το μέλλον της Τουρκίας θα επηρεάσει, αναμφίβολα, τον πόλεμο στην Ουκρανία, δεδομένου του ρόλου του Ερντογάν ως μεσολαβητή μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας. Η Τουρκία, εξάλλου, αν και μέλος του ΝΑΤΟ μέχρι σήμερα έδειχνε τη διάθεση να κινείται από θέση ισχύος, υιοθετώντας επιθετικό και αντιδραστικό ύφος στην ένταξη της Σουηδίας και της Φινλανδίας στην ισχυρή αμυντική συμμαχία. Είναι όμως πλέον αμφίβολο, αν μετά το σεισμό θα έχει την ίδια ισχύ (τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον).

    Πάντως, ο σεισμός ενδεχομένως να προσφέρει στον Ερντογάν την ευκαιρία να ξανασκεφτεί τις σχέσεις της Τουρκίας με τους Κούρδους στην Τουρκία και τη Συρία. Μια νέα ειρηνευτική πρωτοβουλία θα τον βοηθούσε να μεταβάλει και τη διεθνή εικόνα του που τον τελευταίο χρονικό διάστημα έχει «τσαλακωθεί» αρκετά σε επίπεδο ΝΑΤΟ και ΕΕ, λόγω του αναθεωρητισμού και των αμφιλεγόμενων χειρισμών του σε ζητήματα δημοκρατίας και δικαιωμάτων.

    Από την άλλη, όντας σε προεκλογικό «πυρετό», που μέχρι χθες προσπαθούσε να αντιμετωπίσει με εθνικιστικά πυροτεχνήματα δεν μοιάζει πολύ πιθανό να αλλάξει στάση και προφίλ εξωτερικής πολιτικής. Πώς θα μπορούσε να πείσει το τουρκικό κοινό του μετά από μια τέτοια μεταστροφή; Εκτός και αν η κυβέρνηση Μπάιντεν διαμεσολαβούσε αποφασιστικά στον τερματισμό του πολέμου της Τουρκίας κατά των Κούρδων.

    Εν γένει, οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν ασκώντας τη διπλωματική και οικονομική τους δύναμη να συμβάλουν στην οικοδόμηση της ειρήνης στην περιοχή, στον απόηχο αυτής της φυσικής καταστροφής. Και αυτό θα ήταν μια ευνοϊκή συγκυρία και για το ΝΑΤΟ, που θα μπορούσε, πλέον, να «αγκαλιάσει» το μέχρι πρότινος άτακτο μέλος του, καθώς δεν επιθυμεί, με κανένα τρόπο να το δει, σε αυτή τη φάση που μαίνεται ο πόλεμος Ουκρανίας-Ρωσίας, στην αγκαλιά της τελευταίας. Πρωτίστως όμως πρέπει η γείτονα να δείξει πραγματική διάθεση συμβιβασμού και προσέγγισης.

    – Βλέπετε τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία το 2023 και αν ναι με ποιόν νικητή; Ποιο θα είναι το μέλλον της χώρας, ιδιαίτερα όσον αφορά το σενάριο ένταξης στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση;

     

    Όπως έχει εύστοχα επισημανθεί από τον Θουκυδίδη στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, ο πόλεμος όσο γίνεται μακρύτερος, τόσο η έκβασή του καταντάει να εξαρτάται από τυχαία περιστατικά. Το πιθανότερο είναι ότι ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία θα συνεχιστεί. Θα μπορούσε, ενδεχομένως, να τελειώσει σύντομα από αναπάντεχα περιστατικά, όπως μια αλλαγή καθεστώτος στο Κρεμλίνο ή την ξαφνική κατάρρευση του ρωσικού στρατού.

    Πρέπει δε να επισημανθεί ότι από την αρχή του πολέμου μέχρι σήμερα έχουν επέλθει πολλές διεθνείς μεταβολές και κυρίως έχει αλλάξει η στάση της Δύσης. Η Δύση έχει περάσει πολλές κόκκινες γραμμές της κυρίως όσον αφορά στη φανερή και παρασκηνιακή βοήθεια προς την Ουκρανία. Όπως φαίνεται, πάντως, η Δύση θα συνεχίσει να διασφαλίζει ότι οι ουκρανικές δυνάμεις θα διατηρήσουν την πρόσβαση σε όπλα και σε πληροφορίες δυτικών μυστικών υπηρεσιών. Από την άλλη πλευρά, η ρωσική ρητορική καθώς και ο τρόπος με τον οποίο ενισχύει τις θέσεις της στα κατεχόμενα δείχνουν ότι δεν έχει παρεκκλίνει από τον διακηρυγμένο στόχο της, να υποτάξει την Ουκρανία με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

    Το σκηνικό μπορεί να διαμορφωθεί σε έναν μακρόσυρτο, φθοροποιό πόλεμο. Αλλά οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής δεν πρέπει να παραβλέψουν απρόοπτα που μπορεί να φαίνονται απίθανα, αλλά θα μπορούσαν να τερματίσουν τον πόλεμο νωρίτερα.

    Πάντως σε έναν πόλεμο τόσο βάναυσο και τόσο παρατεταμένο δεν υπάρχουν νικητές. Το κόστος είναι αφόρητα υψηλό και για τις δύο πλευρές και τα τραύματα, αν και δύσκολα συγκρίσιμα, θα έχουν διαρκή αντίκτυπο.

    Ακόμη δε και αν νικήσει η Ρωσία, στην πραγματικότητα το κόστος της θα είναι μεγάλο και η ζημία για αυτήν μακροπρόθεσμη. Κυρίως γιατί βάζοντας το μαχαίρι στο λαιμό της Ευρώπης με τον ενεργειακό εκβιασμό, επίσπευσε όλες τις προσπάθειες της τελευταίας να απεξαρτηθεί από τη ρωσική ενέργεια. Και αυτό θα έχει και μετά τη λήξη του πολέμου τον αντίκτυπο του στην ήδη καταπονημένη από τις κυρώσεις οικονομία της, καθώς η μέχρι σήμερα δεσπόζουσα θέση της στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας της εξασφάλιζε και οικονομική και γεωπολιτική ισχύ.

    Από την άλλη, οι ΗΠΑ φαίνεται να κερδίζουν από αυτόν τον πόλεμο. Και δεν κερδίζουν μόνο από τον σταδιακό περιορισμό της ενεργειακής εξάρτησης της Ευρώπης (τον οποίο πάντα επιθυμούσαν διακαώς, καθώς το Κρεμλίνο χρησιμοποιούσε το ενεργειακό «μονοπώλιο» στην Ευρώπη σαν γεωπολιτικό όπλο) αλλά κυρίως από τη μακροχρόνια φθορά ενός ισχυρού αντιπάλου. Η μελλοντική στάση των ΗΠΑ και, πιο συγκεκριμένα ο βαθμός της εμπλοκής τους στον πόλεμο, είναι αναμφίβολα η συνιστώσα που θα κρίνει και την έκβαση του.

    Η δε έκβαση του πολέμου είναι και στενά συνυφασμένη με τη μελλοντική θέση της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Πιο συγκεκριμένα, στην όποια έκβαση – με εξαίρεση τη λιγότερο πιθανή ολοκληρωτική ήττα και υποχώρηση της Ρωσίας – η σύμβαση που θα επισφραγίσει τον πόλεμο θα εμπεριέχει, πιθανότατα, ρήτρα μη προσχώρησης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ και, κατά δεύτερο λόγο, στην ΕΕ (κυρίως γιατί μέσα από την Ουκρανία διέρχονται ρωσικοί αγωγοί ενεργειακής τροφοδοσίας της Ευρώπης, τους οποίους η Ρωσία επιθυμεί να ελέγχει εξολοκλήρου). Άλλωστε, η ενδεχόμενη προσχώρηση της Ουκρανίας στους δυο αυτούς διεθνείς οργανισμούς υπήρξε και γενεσιουργό αίτιο της ρωσο-ουκρανικής ρήξης.

    – Με τη ρητορική να κλιμακώνεται, αλλά και επί του πεδίου να γίνονται δράσεις, όπως η επιδρομή με drone στο Ισφαχάν που πιστώνεται στη Μοσάντ, θεωρείτε πιθανό ένα Ισραηλινό χτύπημα στο Ιράν;

    Μπορεί το Ισραήλ να αρνείται να στείλει οπλισμό στην Ουκρανία –επικαλούμενο τις δικές του αμυντικές ανάγκες στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής–, ωστόσο φαίνεται ότι βοηθάει το Κίεβο στο παρασκήνιο. Προσπαθώντας να διατηρήσει ίσες αποστάσεις μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας και να μην εξοργίσει το Κρεμλίνο, το Ισραήλ είναι, εν τέλει, πιο ενεργό απ’ ό,τι φαίνεται. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και ο βομβαρδισμός εργοστασίου κατασκευής drones στο ΙΡΑΝ.

    Και φυσικά το Ιράν είναι διαρκώς στο στόχαστρο του Ισραήλ, γεγονός που αναμφίβολα σχετίζεται και με την επιθυμία των ΗΠΑ να περιορίσει τις στρατιωτικές φιλοδοξίες της Τεχεράνης αλλά και τη συνεργασία της τελευταίας με τη Μόσχα, εντούτοις το χτύπημα που, όπως όλα δείχνουν, ενορχηστρώθηκε από τις ισραηλινές δυνάμεις βοηθάει την Ουκρανία καθώς στερεί από τις ρωσικές δυνάμεις ένα από τα βασικά της όπλα, τα Shahed-136. Και δεν είναι η πρώτη φορά που το Ισραήλ πλήττει επανειλημμένως στρατιωτικές εγκαταστάσεις της Τεχεράνης, που κατασκευάζουν κυρίως πυραύλους και drones.

    Η πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ για τη Μέση Ανατολή κυριαρχήθηκε από την υποστήριξη προς το Ισραήλ και τη Σαουδική Αραβία και από προσπάθειες υπονόμευσης του Ιράν, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι οι ΗΠΑ θα ήθελαν πραγματικά μια ανάφλεξη στην περιοχή. Τους ήταν όμως πολύ σημαντική η δημιουργία στρατηγικής εταιρικής σχέσης του Ισραήλ με τα αραβικά κράτη του Κόλπου για την ανάσχεση του Ιράν (που επισημοποιήθηκε με τη δημιουργία διπλωματικών σχέσεων με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Μπαχρέιν) και η δυνατότητα να ακολουθήσουν περισσότερες συμφωνίες ομαλοποίησης της ρευστότητας στην περιοχή. Η κυβέρνηση Μπάιντεν υπόσχεται να είναι πιο ήπια στην προσέγγισή της στο θέμα, αλλά το αν μια αλλαγή στην πολιτική των ΗΠΑ θα έχει ουσιαστικό αντίκτυπο, μένει να φανεί.

    Κατ’ επέκταση, τα όποια ενδεχόμενα, μελλοντικά χτυπήματα του Ισραήλ στο Ιράν, αν συμβούν, θα εντάσσονται στο πλαίσιο της ανάσχεσης της γεωπολιτικής ενδυνάμωσης του ΙΡΑΝ και στην αποδυνάμωση της Ρωσίας και όχι στη πρόκληση μιας νέας περιφερειακής σύγκρουσης.

    Οι αλλαγές στην κατανομή ισχύος σε μια περιοχή είναι εκείνες που προκαλούν επικίνδυνες δονήσεις και στρατιωτικές ρήξεις. Οι ΗΠΑ, λοιπόν, προκειμένου να διασφαλίσουν την ηγεμονία τους – τουλάχιστον όσο μαίνεται στην Ευρώπη η σύγκρουση Ρωσίας Ουκρανίας – θα επιχειρήσουν να αποτρέψουν οποιαδήποτε αλλαγή στην ισορροπία δυνάμεων σε άλλες, νευραλγικές για την ασφάλεια τους περιοχές, όπως είναι και η συγκεκριμένη περιοχή.

    – Η υπόθεση του κινεζικού κατασκοπευτικού μπαλονιού που οδήγησε και στην ακύρωση της επίσκεψης του Αμερικανού ΥΠΕΞ στο Πεκίνο έχει προκαλέσει πολλά ερωτηματικά για την πορεία των σχέσεων με την Κίνα. Υπό το πρίσμα και των δηλώσεων Αμερικανού πτέραρχου για πόλεμο ΗΠΑ-Κίνας τα επόμενα δύο χρόνια, θεωρείτε πιθανό ένα τέτοιο ενδεχόμενο;

    Η συγκεκριμένη υπόθεση αποδεικνύει, δίχως άλλο, ότι ήδη μαίνεται ένας ψυχρός πόλεμος ΗΠΑ- Κίνας. Στο παρελθόν, η Κίνα αν και «γίγαντας» υιοθετούσε στο διεθνές, γεωπολιτικό σκηνικό ένα προφίλ «νάνου», προφανώς για να μην προκαλέσει γεωπολιτική ανησυχία στην υπερδύναμη που ενδεχομένως να της στοίχιζε σε πολλά επίπεδα.

    Πλέον, βέβαια, εδώ και αρκετά χρόνια, το οικονομικό και γεωπολιτικό της εκτόπισμα δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο αλλά και μετά από τον πόλεμο Ρωσίας- Ουκρανίας το διεθνές σκηνικό έχει αλλάξει. Υπάρχουν οι λόγοι που θα μπορούσαν να προκαλέσουν μια εμπόλεμη ρήξη ΗΠΑ- ΚΙΝΑΣ και τον πιο βασικό τον περιέγραψα σε προηγούμενη ερώτηση σας: Πόλεμος πάντα συμβαίνει όταν αλλάζει η κατανομή ισχύος σε μια περιοχή και κυρίως όταν ένα κράτος ενδυναμώνεται τόσο πολύ που προκαλεί ανασφάλεια σε εκείνο ή σε εκείνα τα κράτη που μέχρι πρότινος ήταν τα ισχυρά ή εξίσου ισχυρά. Αυτό το περιέγραψε πρώτος ο Θουκυδίδης με το Πελοποννησιακό πόλεμο, αφήνοντας έτσι παγκόσμια παρακαταθήκη στην ανθρωπότητα: Η ενδυνάμωση της Αθήνας προκάλεσε ανασφάλεια στη Σπάρτη που κινήθηκε εν τέλει εναντίον της. Στο ίδιο πλαίσιο η ενδυνάμωση της Κίνας δημιουργεί ανασφάλεια στις ηγεμονικές ΗΠΑ.

    Παρόλα αυτά η ιστορία έχει αποδείξει ότι ο ψυχρός πόλεμος – αν και χαρακτηρίζεται από μια διαρκή «απειλή» πολέμου – μπορεί να σηματοδοτεί και μια περίοδο μακράς σταθερότητας, στο πλαίσιο της οποίας ο θερμός πόλεμος συνεχώς θα αποφεύγεται μέσα από τη διπλωματική συνεννόηση αλλά και τη διαρκή αλληλο-αποτροπή. Νομίζω ότι σε αυτή τη φάση θα πορευθούμε σε μια τέτοια περίοδο, ενός παρατεταμένου νέου ψυχρού πολέμου ΗΠΑ-ΚΙΝΑΣ.

    – Ποια τα διδάγματα από τον πόλεμο στην Ουκρανία σε διπλωματικό-στρατιωτικό επίπεδο, τόσο για την Ελλάδα όσο και σε διεθνές επίπεδο; Πόσο πιθανή είναι μια γενικευμένη κλιμάκωση με χρήση Όπλων Μαζικής Καταστροφής;

     

    Είναι γεγονός ότι και αυτός ο πόλεμος μας δίδαξε ό, τι και όλοι οι προηγούμενοι. Κατά αρχάς, για άλλη μια φορά αποδεικνύεται ότι οι διακρατικές σχέσεις ρυθμίζονται κυρίως από το δίκαιο της ισχύος και λιγότερο από το διεθνές δίκαιο. Το δίκαιο και το ηθικό ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ ίσων κρατών, αλλά μεταξύ ενός ισχυρού και ενός λιγότερο ισχυρού κράτους, το διεθνές δίκαιο υποτάσσεται στο δίκαιο της ισχύος.

    Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και πρέπει να αναλύεται η επίθεση της ισχυρής Ρωσίας στην Ουκρανία και η επιβολή διεθνών κυρώσεων στο Κρεμλίνο, που όμως – παρά τις επιταγές του διεθνούς δικαίου- δεν υιοθετήθηκαν από όλα τα κράτη.

    Πρέπει λοιπόν να έχουμε κατά νου – και εμείς οι Έλληνες που έχουμε έναν μόνιμο δυνάμει αντίπαλο ante portas, ότι πρέπει να ενισχύουμε με κάθε τρόπο την αποτρεπτική μας δύναμη, με τη συνεχή αύξηση αφενός της στρατιωτικής μας ισχύος και αφετέρου των συμμαχιών μας. Όποιος εξαρτά την εθνική του ασφάλεια και την εξυπηρέτηση του εθνικού του συμφέροντος αποκλειστικά από το διεθνές δίκαιο δεν το εξυπηρετεί σωστά. Και κυρίως δεν αποτρέπει αποφασιστικά τον αντίπαλο.

    Μια μορφή αποτροπής είναι και η αποτροπή μέσω της χρήσης όπλων μαζικής καταστροφής και ειδικότερα πυρηνικών όπλων. Για αυτό και η απειλή και μόνο απόκτησης τους δημιουργεί φόβο στα άλλα κράτη που συχνά συνασπίζονται, για να την αποτρέψουν. Η γνώση, όμως, της ολοκληρωτικής καταστροφής που επιφέρουν αποδυναμώνει, εν τέλει, το ίδιο το επιχείρημα της αποτροπής, καθώς όλοι κατανοούν ότι πολύ δύσκολα μια ηγεσία θα έπαιρνε την απόφαση χρήσης τους. Εξάλλου, επειδή η χρήση πυρηνικών όπλων, εν προκειμένω, από τη Ρωσία σε βάρος της Ουκρανίας λόγω άμεσης γειτνίασης των δύο χωρών, θα είχε καταστροφικό αποτύπωμα, δίχως άλλο, και στο ρωσικό λαό η εσκεμμένη χρήση πυρηνικών (και όχι το ατύχημα) μοιάζει μάλλον απίθανη.

    *Η Ασπασία (Σίσσυ) Αλιγιζάκη είναι απόφοιτος της Φιλολογίας και της Νομικής Αθηνών, κάτοχος δύο μεταπτυχιακών τίτλων, διδάκτωρ Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών και μεταδιδακτορική ερευνήτρια σε θέματα διεθνών σχέσεων και ενεργειακών δικτύων. Είναι δικηγόρος Πειραιώς και ακαδημαϊκός. Διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και είναι εγκεκριμένη καθηγήτρια του Τμήματος Νομικής του Γαλλικού  Πανεπιστημίου της Σορβόννης, Sorbonne Paris Nord. Έχει εκπαιδευτική εμπειρία καθώς και πλούσιο ερευνητικό και συγγραφικό έργο στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο και στις Διεθνείς Σχέσεις. Διατελεί Αντιδήμαρχος Πειραιά στους τομείς της Παιδείας και της Δια Βίου Μάθησης.

  • Άλλα

    Η Ουκρανία, ο ψυχρός πόλεμος Ρωσίας-ΗΠΑ και στο βάθος η Τουρκία

    Ο αντίκτυπος στα ελληνοτουρκικά.

    Δρ. Ασπασία Αλιγιζάκη

    Δρ. Ασπασία Αλιγιζάκη, Αρθρογράφος

    Διδάκτωρ Διεθνών & Ευρ. Σπουδών – Καθηγήτρια  Νομικής στο Πανεπιστήμιο Sorbonne Paris Nord/IdEF. Αντιδήμαρχος Πειραιά

    30/01/2022 08:11 EET|Updated Ιανουάριος 30, 2022

    Φωτογραφία αρχείου Ουκρανία Volovets
    Φωτογραφία αρχείου Ουκρανία Volovets

    Σε μια παγωμένη Ευρώπη, χειμαζόμενη αφενός από την πανδημία, αφετέρου από την ενεργειακή κρίση και τη συνακόλουθη αύξηση των τιμών, ένας νέος ψυχρός πόλεμος μαίνεται ανάμεσα στη Ρωσία και στις ΗΠΑ. Αρκεί δε μια μικρή «σπίθα» στην Ουκρανία, για να μετατραπεί, εξαίφνης, σε θερμό. Και οι φλόγες, αναμφίβολα, θα αγγίξουν και την Ελλάδα, ιδίως καθώς σε αυτήν την ρωσοουκρανική σύγκρουση ο εθνικός μας αντίπαλος, η Τουρκία, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο.

    Είναι γνωστό ότι τα τελευταία χρόνια, η Τουρκία και η Ουκρανία έχουν εμβαθύνει την πολιτική, οικονομική και στρατιωτική τους συνεργασία. Από το 2021 δε η Τουρκία είναι ο μεγαλύτερος ξένος επενδυτής στην Ουκρανία. Η συνεργασία Ουκρανίας – Τουρκίας αφορά, μεταξύ άλλων, σε μεγάλα έργα υποδομής, στην προμήθεια τουρκικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών, στην παραγγελία νέων κορβετών τουρκικής κατασκευής καθώς και στον σχεδιασμό για άμεση τουρκική συμβολή στην παραγωγή ουκρανικών αεροσκαφών.Unmute

    Από την άλλη πλευρά, η Τουρκία συνιστά, εδώ και χρόνια, μια σημαντική εταίρο της Ρωσίας, όντας ένας απαραίτητος διαμετακομιστικός κόμβος ρωσικής ενέργειας προς την Ευρώπη με τον αγωγό Turk Stream (και τον Turk Stream 2). Είναι, επίσης, ένας από τους καλύτερους πελάτες της στην αγορά ενεργειακών πόρων αλλά και στα συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας s-400 και ένας κομβικός συνεργάτης στη δημιουργία πυρηνικού σταθμού στις ακτές της Μεσογείου από τη ρωσική κρατική εταιρεία ROSATOM.

    Τι θα κάνει η Τουρκία σε μία ενδεχόμενη δεύτερη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία;

    Αν ανατρέξουμε δε στο παρελθόν, αυτή θα είναι ορθότερα η τρίτη ρωσική εισβολή, λαμβάνοντας υπ’ όψιν και την εισβολή της Μεγάλης Αικατερίνης το 1783. Μια ιστορική εισβολή, ενδεικτική του πάγιου ενδιαφέροντος της Ρωσίας για την περιοχή, η οποία, όμως, ήταν τότε, και είναι ακόμη, και στο επίκεντρο της στρατηγικής της γείτονος καθώς και μια προαιώνια εστία ρωσοτουρκικής σύγκρουσης.

    Οι σχέσεις Μόσχας- Άγκυρας είναι, βέβαια, σήμερα πολύ ισχυρές, στρατηγικής σημασίας και για τις δύο πλευρές. Η αναβίωση όμως από τη Ρωσία εγκαταλελειμμένων στρατιωτικών εγκαταστάσεων στην κατεχόμενη Κριμαία και η μετεγκατάσταση σε αυτήν σύγχρονων οπλικών συστημάτων θα υπονομεύσουν την ευρύτερη κατάσταση ασφαλείας στη Μαύρη Θάλασσα. Και σαφώς αυτό προβληματίζει την Τουρκία, που επιθυμεί να κρατάει εκείνη το «κλειδί» για μία ασφαλή, ελεγχόμενη περιοχή της Μαύρης Θάλασσας μέσα και από την εφαρμογή της Σύμβασης του Μοντρέ.

    Η Τουρκία, λοπόν, φαίνεται να έρχεται για άλλη μια φορά απέναντι στη Ρωσία, όπως και στο πρόσφατο παρελθόν με τη Συρία, τη Λιβύη και το Ναγκόρνο. Δεδομένης όμως της σοβαρής οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης της, η Τουρκία μπορεί, εν τέλει, να διστάσει να εκπληρώσει τις όποιες δεσμεύσεις της προς την Ουκρανία, καθώς η Ρωσία θα μπορούσε να ανταπαντήσει με όπλο οικονομικές και εμπορικές κυρώσεις. Οι εμπορικές συναλλαγές της Τουρκίας με τη Ρωσία, άλλωστε, είναι πολύ περισσότερες από αυτές με την Ουκρανία.

    Πόσο μπορεί να το τραβήξει η Μόσχα;

    Η Ουκρανία, από την άλλη πλευρά, είναι για τη Ρωσία μια πρώην Σοβιετική Δημοκρατία που το Κρεμλίνο θέλει να την έχει πάντα δεμένη στο «άρμα» του. Βασικός λόγος και το ότι η Ουκρανία παραμένει ο πιο σημαντικός διάδρομος διαμετακόμισης φυσικού αερίου προς τις Ευρωπαϊκές αγορές. Η δε προμήθεια και μεταφορά ενεργειακών πόρων στην Ευρώπη είναι μείζονος σημασίας για τους Ρώσους. Είναι το «οξυγόνο» για τη ρωσική οικονομία και, κατ’ επέκταση, τη ρωσική γεωπολιτική ισχύ.

    Η Ρωσία σχεδόν μονοπωλεί το εμπόριο φυσικού αερίου στην Ευρώπη, ενώ έχει μεγάλο μερίδιο και στην αγορά πετρελαίου. Η Ευρώπη, πιο συγκεκριμένα, είναι εξαρτημένη από τους Ρώσους, καθώς τους έχει ανάγκη για περισσότερο από το 1/3 των ενεργειακών της αναγκών. Σε αυτό το πλαίσιο μια γενικευμένη ρωσοουκρανική κρίση εγκυμονεί πολλούς κινδύνους για την Ευρώπη.

    Μια ενδεχόμενη εμπόλεμη ρωσοουκρανική ρήξη θα μπορούσε να οδηγήσει τη Γηραιά Ήπειρο σε μία παγωμένη και σκοτεινή περίοδο πολλαπλών διακοπών στις ενεργειακές ροές. Σε ένα blackout και μια συνακόλουθη ανθρωπιστική κρίση, όπως αυτή του 2006 και του 2009, όταν οι διαφωνίες Ρωσίας και Ουκρανίας για την τιμή του φυσικού αερίου είχαν ως αποτέλεσμα η πρώτη να κλείσει τη «στρόφιγγα» των ενεργειακών πόρων, αφήνοντας σπίτια και…νοσοκομεία χωρίς θέρμανση. Και μάλιστα μέσα σε βαρύ χειμώνα, όπου η τιμή του φυσικού αερίου είναι, σήμερα, ήδη πολύ υψηλότερη από ένα χρόνο πριν.

    Η σημερινή ενεργειακή (και ρωσοουκρανική) κρίση δεν είναι βέβαια τυχαία. Εντάσσεται στο πλαίσιο μιας συντονισμένης προσπάθειας της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής για την ευρωπαϊκή έγκριση του Nord stream 2. Ενός αγωγού που θα φέρνει αέριο στην κεντρική Ευρώπη και τη Γερμανία, παρακάμπτοντας την Ουκρανία και υποβαθμίζοντας το ρόλο της ως κράτους διαμετακόμισης φυσικού αερίου, αλλά που ταυτόχρονα θα διαιωνίσει την ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από τη Μόσχα.

    Kαι τί θα πράξουν οι ΗΠΑ;

    Και φυσικά οι ΗΠΑ δεν δύνανται να παρακολουθούν στωικά τη Ρωσία να χειραγωγεί τις τιμές των ενεργειακών πόρων και μαζί τη σύμμαχο Ευρώπη, χρησιμοποιώντας την ενέργεια για την ενίσχυση του γεωπολιτικού ρόλου της. Επιθυμούν εύλογα να έχουν οι ίδιοι σύμμαχό τους την Ουκρανία, εντάσσοντας την στο ΝΑΤΟ. Και αυτό προκαλεί εκνευρισμό στη Ρωσία που δεν θέλει να έχει ένα δυνάμει εχθρικό κράτος στο κατώφλι της.

    Διαμορφώνεται, λοιπόν, στην ευρύτερη γειτονιά μας ένα σκηνικό που θυμίζει την κρίση της Κούβας, το 1962. Μια κρίση που παρά λίγο να οδηγήσει σε ένα Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς η Ρωσία έφερνε βαλλιστικούς πυραύλους στην Κούβα, στο κατώφλι της Αμερικής, ως αντίποινα για τους πυραύλους της Αμερικής στην Ευρώπη και την Τουρκία. Και τότε, λοιπόν, όπως και τώρα, η Τουρκία είχε το ρόλο της. Σημειωτέον δε, η κρίση έληξε με την δέσμευση Κένεντι, μεταξύ άλλων, και για την απομάκρυνση των αμερικανικών πυραύλων από το τουρκικό έδαφος.

    Η Τουρκία, κατ’ επέκταση, τότε, όπως και τώρα, βρίσκεται στο επίκεντρο της σύγκρουσης. Και αυτό μας αφορά. Ιδίως, αφού, όπως φαίνεται, σχετίζεται και με τις πρόσφατες εξελίξεις αναφορικά με τον EastMed. Σε μια συγκυρία, στην οποία μια από τις γενεσιουργές αιτίες σχεδιασμού του EastMed, δηλαδή η απεξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία φαίνεται πιο αναπόδραστη από ποτέ, οι Αμερικανοί δείχνουν να αποσύρουν το ενδιαφέρον τους.

    Τι μπορεί να συνέβη με τον Eastmed;

    Αφενός ο EastMed παύει ενδεχομένως να είναι πλέον μια συμφέρουσα επένδυση. Ο πιο ακριβός αγωγός στην Ευρώπη κινδυνεύει, μέχρι να υλοποιηθεί, να μείνει στα αζήτητα. Κυρίως λόγω του άμεσου προσανατολισμού της Ευρώπης προς την «καθαρή» ενέργεια, της κάλυψης των Ευρωπαίων από άλλες πηγές φυσικού αερίου (όπως από το αζέρικο κοίτασμα Σαχ Ντενίζ μέσω του αγωγού ΤΑΝΑP που διασχίζει Γεωργία και Τουρκία), των μακροχρόνιων διμερών συμφωνιών της Ρωσίας και της δυνατότητας προμήθειας υγροποιημένου φυσικού αερίου.

    Ένας όμως βασικός γεωπολιτικός λόγος για την απόσυρση του αμερικανικού ενδιαφέροντος από τον EastMed είναι, ενδεχομένως, η επιθυμία των ΗΠΑ να τερματιστεί η συνεχής κλιμάκωση της έντασης στην Ανατολική Μεσόγειο, για να επικεντρωθεί η Τουρκία περισσότερο στην Ουκρανία και στη ζωτικής σημασίας περιοχή της Μαύρης Θάλασσας.

    Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής προφανώς έχουν συμφέρον η Τουρκία να συνεχίσει απερίσπαστη τη στρατιωτική της υποστήριξη στην Ουκρανία απέναντι στη Ρωσία. Εφαρμόζουν, δηλαδή, εν προκειμένω, τη γνωστή επιτυχημένη στρατηγική του Διαίρει και Βασίλευε.

    Όπως και να έχει η Τουρκία δύσκολα μπορεί να μείνει έξω από τη σύγκρουση και ο Ερντογάν, αν και μέχρι πρόσφατα έδειχνε να σχοινοβατεί, σχετικά επιτυχημένα, ανάμεσα στις ρωσικές και αμερικανικές επιδιώξεις, τώρα πρέπει να προσπαθήσει αρκετά, για να μην τον ακουμπήσουν οι φλόγες μιας ενδεχόμενης εμπόλεμης ρήξης. Και η Ελλάδα; Ευτυχώς δείχνει από καιρό να έχει εγκαταλείψει την ατυχή πολιτική του κατευνασμού, ενισχύοντας την αποτρεπτική της ικανότητα με εξοπλισμούς και σημαντικές συμμαχίες.

    Επειδή, όμως, με τον ενδεχόμενο θάνατο του EastMed, η χώρα μας κινδυνεύει να αποδυναμωθεί γεωπολιτικά (με την Τουρκία, από την άλλη πλευρά, να παραμένει λόγω του αγωγού ΤΑΝΑP και του Turk Stream σημαντικός διαμετακομιστικός ενεργειακός κόμβoς) οφείλει να είναι σε συνεχή εγρήγορση. Και οπωσδήποτε πρέπει να προχωρήσει συντονισμένα στην ηλεκτρική διασύνδεσή της με το Ισραήλ και την Κύπρο, μέσω του καλωδίου ΕuroΑsia Ιnterconnector καθώς και με την Αίγυπτο μέσω του καλωδίου EuroAfrica Interconnector.

    Επίσης, κανείς δεν πρέπει να βαυκαλίζεται πως με το τέλος του EastMed η Τουρκία θα ρίξει τους τόνους στη ΝΑ Μεσόγειο. Η πόντιση καλωδίων σε περιοχές όπου η Τουρκία θεωρεί ότι ανήκουν στη δική της θαλάσσια δικαιοδοσία, αναμφίβολα θα εγείρει εκ νέου θέματα με τη γειτονική χώρα.

    Για το προσεχές χρονικό διάστημα, όμως, οι εξελίξεις, εκτός απροόπτου, φαίνεται να εστιάζονται κυρίως στα σύνορα Ρωσίας- Ουκρανίας.

    Απομένει μόνο να δούμε αν η γνωστή αποφθεγματική ρήση του Τσάρου Νικολάου «η Ρωσία έχει δύο στρατηγούς που μπορεί να εμπιστεύεται, τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο», θα αποκτήσει άμεσα ένα νέο, επίκαιρο, νόημα στο πλαίσιο της μαινόμενης κρίσης Μόσχας- Κιέβου.

    ΠΗΓΗ

  • Άλλα

    Ουκρανική κρίση: Παιχνίδια πολέμου και οι κίνδυνοι για την Ελλάδα

    Τι διακυβεύεται για τις ΗΠΑ, τη Ρωσία και την Ε.Ε.

    Δρ. Ασπασία Αλιγιζάκη

    Δρ. Ασπασία Αλιγιζάκη, Αρθρογράφος

    Διδάκτωρ Διεθνών & Ευρ. Σπουδών – Καθηγήτρια  Νομικής στο Πανεπιστήμιο Sorbonne Paris Nord/IdEF. Αντιδήμαρχος Πειραιά

    17/02/2022 07:03 EET

    Φωτογραφία αρχείου 4 Φεβρουαρίου 2022 Κοινές στρατιωτικές ασκήσεις Ρωσίας Λευκορωσίας
    Φωτογραφία αρχείου 4 Φεβρουαρίου 2022 Κοινές στρατιωτικές ασκήσεις Ρωσίας Λευκορωσίας 

    Ένα από τα ερωτήματα που απασχολούν τη διεθνή κοινή γνώμη είναι αν θα ξεσπάσει, εν τέλει, πόλεμος Ρωσίας Ουκρανίας. Θα επιτεθεί, άραγε, η Ρωσία στην Ουκρανία; Προφανώς και κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με βεβαιότητα. Όχι μόνο γιατί οι προθέσεις σε τέτοιο επίπεδο είναι επτασφράγιστο μυστικό ολίγων, αλλά και γιατί σε μια κατάσταση στρατιωτικής έντασης κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει το ατύχημα που θα μπορούσε να αποτελέσει και τη σπίθα του πολέμου.

    Παρόλα αυτά, μια πειστική απάντηση στο αρχικό ερώτημα θα μπορούσε να δοθεί μέσα από την σποφθεγματική ρήση ενός εκ των σημαντικότερων θεωρητικών του πολέμου, του Σουν Τσου: «Οι αρχές της στρατηγικής είναι να ξέρεις το πεδίο μάχης, να ξέρεις τις δυνάμεις του αντιπάλου σου και να κάνεις κάτι που ο αντίπαλος σου δεν περιμένει».Unmute

    Μια διαρροή με νόημα

    Πράγματι, οι Ρώσοι γνωρίζουν καλά και το πεδίο της μάχης και τις δυνάμεις του αντιπάλου καθώς η Ουκρανία συνιστά μια σημαντική για αυτούς πρώην Σοβιετική Δημοκρατία. Είναι, λοιπόν, μάλλον απίθανο να παραβλέψουν την τρίτη αρχή στρατηγικής, επιτιθέμενοι τη στιγμή ακριβώς που αναμένουν οι Ουκρανοί. Ίσως για αυτό και ο Ζελένσκυ ανακοίνωσε ως ημερομηνία της ρωσικής επίθεσης την 16η Φεβρουαρίου ή εν πάση περιπτώσει τις επόμενες ημέρες, επιθυμώντας την ακύρωση ακόμη και μιας προγραμματισμένης ρωσικής επίθεσης μέσα από την διάρροή της. Εν γένει, η παραπλάνηση και ο αιφνιδιασμός (το αιφνιδιαστικό χτύπημα με άκρα μυστικότητα, κατά τον άλλο σημαντικό θεωρητικό του πολέμου, τον Κλαούζεβιτς) είναι βασικές προϋποθέσεις της στρατιωτικής επιτυχίας. Και ο Πούτιν το γνωρίζει.

    Εξάλλου δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι ο Πούτιν έχει ήδη αποκομίσει πολλά στρατηγικά κέρδη μέσα από αυτό το ανησυχητικό casus Belli που τεχνηέντως οικοδομεί εδώ και καιρό στα σύνορα Ρωσίας- Ουκρανίας. Γιατί να διακινδυνεύσει την απώλεια τους μέσα από την πρόκληση ενός πολέμου με αβέβαιη έκβαση;

    Συγκεκριμένα, καταρχάς έχει έμμεσα καταδείξει στους Ουκρανούς ότι δύσκολα κάποιος θα έρθει να τους συντρέξει αποφασιστικά στην αφόρητη για αυτούς συγκυρία παράταξης στρατευμάτων στα σύνορά τους. Υπό αυτό το πρίσμα, οποιαδήποτε ψευδαίσθηση των Ουκρανών για προσεταιρισμό τους με το ΝΑΤΟ εξανεμίζεται. Και αυτό το γεγονός έχει μία ακόμη πολύ προσοδοφόρα για τους Ρώσους συνέπεια.

    Υπενθυμίζεται και σε άλλες πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, όπως η Γεωργία και η Μολδαβία, που ενδεχομένως θα ήθελαν να μπουν στο δρόμο της δυτικής νατοϊκής επιρροής, το ηχηρό μήνυμα: «Μην το σκέφτεστε καν!»

    Η ενέργεια τους αφορά όλους

    Σημειωτέον μέσω της Γεωργίας διέρχεται προς την Ευρώπη ένας πολύ σημαντικός αγωγός, ανταγωνιστικός των ρωσικών συμφερόντων, ο ΤΑΝΑP, που μεταφέρει αζέρικο αέριο, γεγονός που καθιστά απειλητική για τους Ρώσους οποιαδήποτε επιπλέον ενίσχυση της δυτικής και αμερικανικής επιρροής σε αυτήν την πρώην Σοβιετική Δημοκρατία.

    Επίσης, οι ήδη σύμμαχοι του ΝΑΤΟ (κυρίως η Γερμανία αλλά και πολλά κράτη στην Ανατολική Ευρώπη που κατά τον Ψυχρό Πόλεμο ήταν υπό τη σοβιετική επιρροή ως μέλη του Συμφώνου της Βαρσοβίας) παρατηρούν συγκλονισμένοι της εξελίξεις. Με τον Πούτιν να τους υπενθυμίζει, μέσα από την ένταση που εσκεμμένως εντείνει, ότι εκείνος (και όχι η Αμερική) κρατάει στα χέρια του το «κλειδί» όχι μόνο για την ευημερία αλλά και για την επιβίωσή τους. Γιατί;

    Blackout

    Γιατί ένας πόλεμος με την Ουκρανία δεν ενέχει μόνο των κίνδυνο εκτόξευσης των τιμών των ενεργειακών πόρων (και κατά συνέπεια των τιμών όλων των βασικών αγαθών) αλλά κυρίως γιατί ενέχει τον κίνδυνο ενός blackout στην Ευρώπη. Αυτή, σημειωτέον, αφενός εξαρτάται από τη Ρωσία για τουλάχιστον το 40% του φυσικού αερίου της, αφετέρου τροφοδοτείται μέσα από τους αγωγούς που διέρχονται από την Ουκρανία με το 1/3 των συνολικών εισαγωγών της από Ρωσία (η δε Γερμανία με το 50% των ρωσικών εισαγωγών της).

    Ένας πόλεμος λοιπόν Ρωσίας- Ουκρανίας εγκυμονεί τον κίνδυνο ένα μεγάλο κομμάτι της Ευρώπης να βυθιστεί στο σκοτάδι, όχι μόνο γιατί ο Πούτιν μπορεί να κλείσει τις στρόφιγγες (δεν το έκανε, βέβαια, ούτε κατά την ρωσοουκρανική εμπλοκή στην Κριμαία) αλλά γιατί το ίδιο το γεγονός της στρατιωτικής σύγκρουσης ενέχει πάντα από μόνο του τον κίνδυνο καταστροφής υποδομών, και των ενεργειακών.

    ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

    Πόκερ

    Και φυσικά σε αυτήν την περίπτωση οι Ρώσοι έχουν να χάσουν πολλάκαθώς τα έσοδα από το ενεργειακό εμπόριο είναι ο κινητήριος μοχλός της Ρωσικής οικονομίας ( και κατά συνέπεια της γεωπολιτικής τους ισχύος) αλλά οι Ευρωπαίοι κινδυνεύουν να χάσουν σχεδόν τα πάντα! Χωρίς ενέργεια δεν θα μπορούν να κινήσουν σχεδόν τίποτε (να ετοιμάσουν το φαγητό τους, να κινηθούν, να εργαστούν, να παράγουν, να λειτουργήσουν τα νοσοκομεία τους εν μέσω πανδημίας, να ενεργοποιήσουν την στρατιωτική τους μηχανή).

    Με αυτήν λοιπόν, την απειλή του απόλυτου χάους, ο Πούτιν ενδεχομένως να «τζογάρει», σε μια εποχή, που τον εξυπηρετεί πολιτικά (ενισχύοντας το κύρος του ως ισχυρού ηγέτη εσωτερικά και εξωτερικά), σε μια εποχή που η Αμερική δημόσια δείχνει να εστιάζει το ενδιαφέρον της στην Κίνα, έχοντας ήδη υποστεί ένα πλήγμα στο γόητρό της με τους χειρισμούς της στο Αφγανιστάν.

    Έρχεται λοιπόν η Ρωσία τώρα να θυμίσει στους Ευρωπαίους ότι δεν είναι πλέον η παρηκμασμένη δύναμη της εποχής του τέλους του Ψυχρού πολέμου, αλλά μια ηγέτιδα που κρατάει στα χέρια της το «κλειδί» για την ασφάλεια στην Ευρώπη (αφού βασική προϋπόθεση για αυτήν είναι η ενεργειακή ασφάλεια).

    ΠΗΓΗ

  • Άλλα

    Ρωσο-ουκρανικός πόλεμος: Τι θα γίνει τελικά

    «Όλος ο πόλεμος βασίζεται στην παραπλάνηση»Unmute

    Remaining Time -0:00Fullscreen

    (Σουν Τσου, Τέχνη του Πολέμου).

    Είναι, λοιπόν, ο αιφνιδιασμός μια από τις αναμενόμενες στρατηγικές των εμπόλεμων, η οποία δυσχεραίνει, όμως, την ασφαλή εκτίμηση της έκβασης του πολέμου. Εντούτοις, πρέπει να έχουμε υπόψιν μας πως πάντα ένας πόλεμος είναι το προϊόν μιας προσεχτικά καταστρωμένης στρατηγικής και όχι μια φαεινή ιδέα, που εξαίφνης «τρύπωσε» στο νου του όποιου επιτιθέμενου.

    Σε αυτό το πλαίσιο, μπορούμε να διαβλέψουμε τα όποια εναλλακτικά σενάρια υπεισέρχονται και στο συγκεκριμένο σχέδιο της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, επισημαίνοντας, στο βαθμό του εφικτού, αν και κατά πόσο είναι πιθανά.

    1ο εναλλακτικό σενάριο: Παράδοση Ζελένσκι – πολιτικός έλεγχος Ουκρανίας

    Ο Πούτιν διεξάγει τον πόλεμο, γιατί επιθυμεί (όπως, ούτως ή άλλως, έχει δημόσια υπαινιχτεί) τον πολιτικό έλεγχο της Ουκρανίας, την απομάκρυνση του Ζελένσκι και την εγκατάσταση μιας κυβέρνησης- μαριονέτας. Στην περίπτωση, λοιπόν, της παράδοσης της Κυβέρνησης Ζελένσκι, οι δύο πλευρές θα καθίσουν στο τραπέζι και οι Ουκρανοί υποχωρώντας θα συνομολογήσουν την αναγνώριση των εδαφικών αξιώσεων της Ρωσίας στην Κριμαία, την αυτονομία των περιοχών του Ντονέτσκ και του Λουχάνσκ και την μετατροπή της χώρας τους σε ρωσικό προτεκτοράτο.

    Αυτό βέβαια θα σήμαινε ότι στην Ουκρανία θα συνέχιζαν να υπάρχουν αντιρωσικές φωνές (παρά την όποια επιχειρούμενη εκκαθάριση τους) οι οποίες μετα τον πόλεμο θα γίνονταν ακόμη πιο επιθετικές. Κατά συνέπεια, για τον έλεγχο τους ο Πούτιν θα αναγκαζόταν να τηρήσει, για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, μια έντονη στρατιωτική παρουσία σε όλη την Ουκρανία και κοντά στα σύνορα με τις Νατοϊκές χώρες.

    Στο πλαίσιο αυτού του σεναρίου, όπου θα δημιουργούνταν πλέον και ένα σιωπηρό φόβητρο προς όλες τις μη Νατοϊκές όμορες χώρες του τύπου «ούτε να σκεφτείτε την είσοδό σας στο ΝΑΤΟ», ένα νέο ψυχροπολεμικό “σύννεφο” θα σκέπαζε την Ευρώπη, όπου θα επικρατούσε, και με την απειλή των πυρηνικών, μια ισορροπία του τρόμου.

    Επισημαίνουμε, εντούτοις, και αυτή είναι η αισιόδοξη πλευρά αυτού του σεναρίου ότι ενδεχομένως, σε αυτήν την περίπτωση, να εξασφαλιζόταν μια σχετική σταθερότητα στο διεθνές σύστημα. Μια σταθερότητα, όπως αυτή που, πάντα στο πλαίσιο της ισορροπίας του αμοιβαίου φόβου των δυο υπερδυνάμεων, υπήρξε και κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, σύμφωνα με πολλούς θεωρητικούς των διεθνών σχέσεων.

    Αυτό είναι εκείνο το σενάριο που πιθανότατα, αφενός θα έδινε στον Πούτιν τη δυνατότητα να «γυρίσει πίσω» χωρίς ήττα (συνεπής ως προς τις αρχικές του θέσεις), αφετέρου θα επέτρεπε στη διεθνή κοινότητα να ανακαλέσει (καθήμενη και η ίδια με κάποιο τρόπο στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων) τις βαριές οικονομικές κυρώσεις.

    Πόσο πιθανό είναι αυτό το σενάριο όμως; Δυστυχώς όσο περνούν οι ημέρες και κλιμακώνεται η ένταση, γίνεται όλο και λιγότερο πιθανό, καθώς προϋποθέτει επιλογές, όπως: η Ρωσία να κάτσει στο τραπέζι, ο Ζελένσκι να αποχωρήσει εύσχημα παραδίνοντας όμως, άνευ όρων την Ουκρανία και η Δύση να συμβάλει τρόπο τινά (έστω και παρασκηνιακά) στη διαπραγμάτευση. Επιλογές που μέχρι αυτή την στιγμή τουλάχιστον, αν και θα μπορούσαν να έχουν γίνει, δεν έγιναν.

    2ο σενάριο: Η προσάρτηση της Νέας Ρωσίας

    Σύμφωνα με αυτό το σενάριο, ο Πούτιν επιθυμεί την προσάρτηση της Novorossiya, της Νέας Ρωσίας, στην οποία έχει αναφερθεί από το 2014, κατά την εποχή της προσάρτησης της Κριμαίας. Αυτή η Νέα Ρωσία θα έχει στην επικράτεια της όχι μόνο τις περιοχές του Ντονέτσκ και του Λουχάνσκ αλλά και τις περιοχές του Χάρκοβο, Ντνιπροπετρόφσκ, Ζαπορίζια , Χερσώνoς, Μικολάιβ και Οδησσού στο ανατολικό τμήμα της Ουκρανίας.

    Μια τέτοια επέκταση όμως της Ρωσικής Επικράτειας και μια αντίστοιχη εδαφική μείωση της Ουκρανίας είναι αμφίβολο ότι σε μια συνολική διαπραγμάτευση της επόμενης μέρας θα σήμαινε την επαναφορά του Πούτιν και της Ρωσίας στη Διεθνή Έννομη Τάξη και την απόσυρση των οικονομικών κυρώσεων. Ο λόγος;

    Κυρίως γιατί κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε ένα εξαιρετικά επικίνδυνο για τη Δύση (ΗΠΑ/ ΝΑΤΟ) ιστορικό προηγούμενο και θα άφηνε το παράθυρο ανοιχτό για τον όποιο μελλοντικό κρατικό αναθεωρητή να εισβάλει, με νομιμοποιητική σημαία τον αλυτρωτισμό, στο διπλανό ανεξάρτητο δομημένο κράτος, να υποστεί οικονομικές κυρώσεις για μικρό χρονικό διάστημα και μετα να επανέλθει στη διεθνή κοινωνία (αφού πρώτα έχει αρπάξει ό,τι περισσότερο μπορεί) σαν να μην συνέβη τίποτε.

    ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

    Σημειωτέον, η ενδεχόμενη επανάληψη αυτού του ιστορικού προηγούμενου από την Κίνα με εισβολή στη Ταιβάν θα πλήγωνε συθέμελα την κυριαρχία ΗΠΑ/ΝΑΤΟ.

    Συνοψίζοντας, η δημιουργία μιας Νέας Ρωσίας είναι πιθανή. Σε αυτήν την περίπτωση, όμως, και με τη συνεχή κλιμάκωση των οικονομικών κυρώσεων, τόσο ο Πούτιν όσο και η Δύση, αν δεν βρουν τη χρυσή τομή μέσα από μια συλλογική διαπραγμάτευση, αναμένεται, όντας σχεδόν «εγκλωβισμένοι», να συνεχίσουν τη μεταξύ τους πλέον ρήξη.

    3ο Σενάριο: Προέλαση στη δυτική Ουκρανία (το πιο απαισιόδοξο)

    Αυτό το σενάριο αποτελεί ίσως την ολέθρια συνέχεια του προηγούμενου, στην περίπτωση της αδυναμίας εξεύρεσης μιας χρυσής τομής, ανάμεσα στη Ρωσία και στη Δύση. Η Ρωσία έχοντας τον έλεγχο όλων των περιοχών της προαναφερθείσας Νέας Ρωσίας προχωράει πιο πέρα αναπτύσσοντας πλέον δυνάμεις και στη Δυτική Ουκρανία. Πιθανοί στόχοι:

    1. Η ολοκληρωτική κατάληψη της Ουκρανίας ’Η/ΚΑΙ
    2. Εισβολή στη Μολδαβία, μια πρώην Σοβιετική Δημοκρατία (δίπλα στην προαναφερθείσα Νέα Ρωσία), η οποία, επίσης, έχει βλέψεις για το ΝΑΤΟ (όπως η Ουκρανία). Εκεί βρίσκεται η Υπερδνειστερία, μια περιοχή αυτονομημένη (καθ’ ομοιώσιν της περιοχής Ντονμπάς) στην οποία, σημειωτέον, υπάρχει μια από τις μεγαλύτερες αποθήκες πυρομαχικών και η οποία το 2014 είχε ζητήσει την ένωση της με τη Ρωσία. Ή/ΚΑΙ
    3. Εισβολή σε νατοϊκό έδαφος και δη χώρες της Βαλτικής, όπως Λιθουανία ή Πολωνία καθώς η Ρωσία έχει μόνιμα στρατοπεδεύσει στην όμορη με αυτές φιλική Λευκορωσία. Επισημαίνεται δε ότι ανάμεσα σε Πολωνία και Λιθουανία, βρίσκεται εγκλωβισμένο ένα ρωσικό κομμάτι γης, το Καλίνιγκραντ, στο οποίο η Ρωσία έχει όλο το στρατηγείο του στόλου της στη Βαλτική και στο οποίο (μετα την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης) δεν έχει χερσαία πρόσβαση.

    Επισημαίνουμε ότι στο πλαίσιο αυτού του σεναρίου, ακόμη και αν η επίθεση δεν γίνει σε νατοϊκό έδαφος, και παρόλο που ο Μπάιντεν έχει δημόσια δεσμευτεί ότι το ΝΑΤΟ δεν θα απαντήσει στρατιωτικά, αν δεν πατηθεί έδαφός του, η εμπλοκή του θα είναι πλέον πολύ πιθανή. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι πράγματι, σύμφωνα μεν με το άρθρο 5 της συνθήκης του Βορειοατλαντικού Συμφώνου, οι σύμμαχοι είναι υποχρεωμένοι να αντιμετωπίζουν μόνο την επίθεση σε σύμμαχο ως επίθεση εναντίον όλων.

    Παράλληλα, όμως το άρθρο 4 επιτρέπει στα κράτη μέλη να αναζητούν διαβουλεύσεις (όταν πιστεύουν ότι απειλείται η εδαφική ακεραιότητα ή η πολιτική τους ανεξαρτησία ή η ασφάλειά τους). Αυτές όμως οι διαβουλεύσεις δύνανται να πυροδοτήσουν σοβαρές στρατιωτικές κινήσεις.

    4ο Σενάριο : Μακροχρόνια ουκρανική αντίσταση- αποχώρηση ρωσικών στρατευμάτων

    Σύμφωνα με αυτό το σενάριο, η ουκρανική αντίσταση αντέχει, παρόλο που αρχικά η Ρωσία φαίνεται να έχει συντριπτικό στρατιωτικό πλεονέκτημα, με αποτέλεσμα η τελευταία να εμπλακεί, εν τέλει, σε έναν μακροχρόνιο πόλεμο, όπως στο Αφγανιστάν από το 1979 έως το 1989.

    Η μακροχρόνια φθορά της Ρωσίας, σε συνδυασμό με τις βαριές οικονομικές κυρώσεις, θα την αναγκάσουν ενδεχομένως, όπως τότε, μετά από πολύ καιρό να γυρίσει πίσω.

    Αυτό το σενάριο, αν και πιο αισιόδοξο (σε σχέση με τα προηγούμενα) δεν φαίνεται πολύ πιθανό σήμερα, δεδομένου ότι οι Ρώσοι μέχρι στιγμής, χωρίς τη στρατιωτική ενδυνάμωση της Ουκρανίας από το ΝΑΤΟ (το Αφγανιστάν υποστηρίχθηκε δυναμικά από ΗΠΑ, Σαουδική Αραβία, Πακιστάν και άλλα μουσουλμανικά έθνη), έχουν σαφή στρατιωτική υπεροχή. Επίσης, για αυτούς η Ουκρανία είναι μια χαρτογραφημένη οικεία περιοχή (όχι όπως το Αφγανιστάν), όπου έχουν εξασφαλισμένο ένα σημαντικό εφόδιο πολέμου, την πληροφόρηση.

    5ο Σενάριο: Η Ανατροπή του Πούτιν. Σενάριο που δεν επαληθεύεται ιστορικά

    Το τελευταίο σενάριο δεν μπορεί να θεωρηθεί σενάριο πολέμου (τουλάχιστο συμβατικού). Μιλάμε για το ενδεχόμενο ανατροπής της Κυβέρνησης Πούτιν και τον, κατ’ επέκταση, επανακαθορισμό της στρατηγικής της Ρωσίας. Πρέπει όμως να επισημανθεί ότι μια τέτοια ανατροπή μέσω της ενδεχόμενης αναπτυσσόμενης λαϊκής ρωσικής οργής, στην οποία άλλωστε στοχεύουν και οι οικονομικές κυρώσεις, δεν έχει μέχρι σήμερα αποτελέσει ιστορικά τον λόγο διακοπής μιας εισβολής.

    Επίσης, δεν είναι πολύ πιθανό, καθώς όλοι οι πόλεμοι ξεκινούν με μια στρατηγική της ηγεσίας να «νομιμοποιήσει» καταρχάς την σχεδιαζόμενη εισβολή, στο εσωτερικό της χώρας της, παρουσιάζοντας την υπεράσπιση μειονοτήτων και την εθνική ασφάλεια ως το κίνητρο εφόδου («Κάθε πόλεμος όταν πλησιάζει παρουσιάζεται σαν μια πράξη αυτοάμυνας απέναντι σε έναν μανιακό δολοφόνο», είχε εύστοχα επισημάνει ο Όργουελ.)

    Τέλος, οι οικονομικές κυρώσεις που, εν προκειμένω, επιβλήθηκαν είναι πολύ βαριές, με ενδεχόμενες συνέπειες και για τις δύο πλευρές, ενώ σημειωτέον ο Πούτιν δεν έχει ακόμη αποφασίσει να αφήσει το γήπεδο του συμβατικού πολέμου, παίζοντας στο γήπεδο της οικονομικής ρήξης (έστω και παράλληλα). Κραδαίνει, εντούτοις, ένα πολύ απειλητικό όπλο στα χέρια του (να «κατεβάσει εντελώς τον διακόπτη του ρεύματος») που ενδεχομένως αποτελώντας μια πρωτόγνωρη ιστορικά δράση – αντίδραση θα σηματοδοτήσει νέες απρόβλεπτες εξελίξεις.

    Συνελόντι ειπείν, όποιο εναλλακτικό σενάριο και αν τελικά επαληθευθεί, το βέβαιο είναι ότι βαδίζουμε σε μια εξαιρετικά δύσβατη, «επικίνδυνη» ιστορική περίοδο που δυστυχώς επιβεβαιώνει τη γνωστή ρεαλιστική ρήση: «Ο πόλεμος αρχίζει όταν θέλεις, αλλά δεν τελειώνει όταν θέλεις».

    ΠΗΓΗ